Επειδή...


Ο Σαμφόρ οδήγησε το Όχι τόσο μακριά, ώστε την ημέρα που κατάλαβε ότι η Γαλλική Επανάσταση – της οποίας υπήρξε αρχικά ενθουσιώδης οπαδός – τον είχε καταδικάσει, έριξε έναν πυροβολισμό που του έσπασε τη μύτη και του άδειασε το δεξί μάτι. Ζωντανός ακόμα, επέμεινε στο έργο του, έκοψε το λαιμό του με ένα σουγιά και ξέσκισε τις σάρκες του. Βουτηγμένος στο αίμα, σκάλισε το στήθος του με το όπλο και τέλος, αφού άνοιξε τις αρθρώσεις των γονάτων του και τους καρπούς του, ξεψύχησε μέσα σε μια πραγματική λίμνη αίματος.
Όμως, όπως έχει ήδη ειπωθεί, όλα αυτά δεν ήταν τίποτα συγκρινόμενα με την άγρια αποσύνθεση του πνεύματός του.
«Γιατί δεν δημοσιεύετε;» είχε ρωτήσει τον ίδιο του τον εαυτό, λίγους μήνες νωρίτερα, στο σύντομο κείμενό του, Προϊόντα του τελειοποιημένου πολιτισμού.
Ανάμεσα στις πολυάριθμες απαντήσεις του, επέλεξα τις εξής:
Επειδή μου φαίνεται ότι το κοινό διαθέτει το άκρων άωτον του κακού γούστου και το ζήλο για τη σπίλωση.
Επειδή επιμένουμε να εργαζόμαστε για τον ίδιο λόγο που, όταν ζυγώνουμε στο παράθυρο, επιθυμούμε να δούμε να περνάνε από το δρόμο μαϊμούδες και αρκουδιάρηδες.
Επειδή φοβάμαι να πεθάνω χωρίς να έχω ζήσει.
Επειδή όσο περισσότερο ξεθωριάζει η λογοτεχνική μου ταμπέλα τόσο πιο ευτυχισμένος αισθάνομαι.
Επειδή δεν θέλω να κάνω το ίδιο με τους ανθρώπους των γραμμάτων, που μοιάζουν με γαϊδούρια, καθώς κλοτσούν και τσακώνονται μπροστά στο άδειο παχνί τους.
Επειδή το κοινό δεν ενδιαφέρεται πλέον για τις επιτυχίες που δεν εκτιμάει.


Απόσπασμα μέσα από το βιβλίο του Ενρίκε Βίλα – Μάτας, «Μπάρτλεμπυ & Σία», εκδόσεις Καστανιώτη.
Φώτο ο Νικολά Σαμφόρ.
…………………………………………………………
Στο μεταμεσονύκτιο Κυριακάτικο «Ρώτα τον Άνεμο», (19/11) και στο clipart radio, κάναμε ένα αφιέρωμα στο βιβλίο του Ενρίκε Βίλα – Μάτας, Μπάρτλεμπυ & Σία, διαβάζοντας μερικά αποσπάσματα - όπως το παραπάνω - για τους συγγραφείς του Όχι, τους συγγραφείς της άρνησης, τους συγγραφείς που ο καθένας για τον δικό του λόγο σταμάτησαν να γράφουν ή έστησαν την «εξαφάνισή» τους. Ένα βιβλίο που καλό θα ήταν να διαβάσουν διάφοροι επίδοξοι συγγραφείς εκεί έξω.

Ιδού το αποτέλεσμα μέσα από μια παρατημένη γραφομηχανή.


Fred's Dead Moon

Την Κυριακή 12 Νοέμβρη στο Clipart Radio και στο μεταμεσονύκτιο «Ρώτα τον Άνεμο» κάναμε - για πάνω από μία ώρα - ένα αφιέρωμα στον Fred Cole. Διαβάσαμε ολόκληρο το κείμενο που είχε γράψει ο Γιάννης Καστανάρας στο Merlin's.gr τον Δεκέμβρη του 2016 με τίτλο: «DeadMoon (Toody & Fred): Facts on Facts» και παίξαμε κάμποσα Dead Moonοτράγουδα.

Ιδού του αποτέλεσμα μέσα από ένα νεκρό φεγγάρι.




Missing my Son

Ήμουν στην ουρά του ταμείου στο σουπερμάρκετ τις προάλλες και… ξέρετε, είχα βάλει τα πράγματά μου στη μεταφορική ταινία του ταμείου και… να… ήταν μια τύπισσα εκεί, μπροστά μου, που… με κοίταζε επίμονα, σε σημείο που από αμηχανία άρχισα να κοιτάω αλλού, αλλά αυτή εκεί, επέμενε να κοιτάει… Τελικά, πλησιάζει προς το μέρος μου και μου λέει: «Συγνώμη που σε κοίταζα επίμονα, θα πρέπει να ήταν ενοχλητικό… Απλώς εσύ… να… μοιάζεις τόσο πολύ με το γιο μου που πέθανε. Τόσο πολύ… Δεν μπορώ να πάρω τα μάτια μου από πάνω σου…». Κι ανοίγει το πορτοφόλι της και βγάζει μια φωτογραφία του πεθαμένου γιού της. Και εεε… δε μου μοιάζει καθόλου, ούτε κατά διάνοια… Για την ακρίβεια είναι… ε… Κινέζος. Τέλος πάντων… Κουβεντιάσαμε λιγάκι και εεε… μου λέει: «Συγνώμη, να σε ρωτήσω κάτι; Θα σε πείραζε καθώς θα φεύγω τώρα από το σουπερμάρκετ να με χαιρετήσεις και να μου πεις «γειά σου μαμά;». Ξέρω πως είναι παράξενο να σου ζητάω κάτι τέτοιο, μα πάει τόσος καιρός που έχω να ακούσω τον γιο μου να μου λέει: «γειά σου μαμά» και «θα τα πούμε»… Δεν ξέρεις τι θα σήμαινε αυτό για μένα… Γι’ αυτό αν δεν σε πειράζει…». Και λέω: «Ε, λοιπόν, τι να πω;… Εντάξει… βέβαια… Μπορώ να το πω αυτό…». Παίρνει λοιπόν όλες τις τσάντες με τα ψώνια της από το ταμείο και καθώς φτάνει στην πόρτα, με χαιρετάει και μου φωνάζει δυνατά: «Γεια σου παιδί μου!». Την κοιτάω και τη χαιρετάω κι εγώ, και απαντάω: «Γεια σου, μαμά». Και φεύγει. Φτάνω κι εγώ στην ταμία με τα λιγοστά μου πράγματα… και τα χτυπάει στη μηχανή και μου δίνει την απόδειξη λέγοντας: «Σύνολο 479 δολάρια κύριε». «Μα τι λέτε;» λέω, «πως είναι δυνατόν; Δείτε, έχω αυτήν την κονσέρβα τόνο, ένα μπουκάλι γάλα, μια μουστάρδα κι ένα ψωμί». «Ναι» μου απαντάει, «αλλά είναι και τα ψώνια της μητέρας σας στο λογαριασμό. Μου ‘πε ότι θα πληρώσετε εσείς για όλα…». Και λέω: «Για μισό λεπτό, δεν είναι μητέρα μου αυτή». Και μου λέει: «Το λέτε κύριε; Την άκουσα πολύ καλά να λέει φεύγοντας «γεια σου παιδί μου». Κι εσείς να της λέτε «γειά σου μαμά». Τι θέλετε να πείτε τώρα;». «Θεέ και Κύριε» λέω. Και τη βλέπω έξω στο πάρκινγκ να μπαίνει στο αυτοκίνητό της. Και τρέχω. Έκλεινε την πόρτα τη στιγμή εκείνη και μόνο το πόδι της εξείχε. Και την πιάνω από το πόδι κι αρχίζω να τραβάω… Μα αντιστεκόταν, τράβαγε και κι αυτή με δύναμη. Α, το δούλευε καλά εκείνο το πόδι… Τόσο καλά… όσο δουλεύω εγώ εσάς…

Μετάφραση: Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης

Μέσα από το περιοδικό «Ο Φαρφουλάς», τεύχος 17 Μάιος 2014 και το αφιέρωμα στην «Αλητεία».