Ένας Αναρχικός

Αλλά, συνέβη κάτι ασυνήθιστο. Από κάτι που είπαν οι ξένοι, το κέφι του έπεσε. Ιδέες μελαγχολικές – des idees noires – χύμηξαν στο μυαλό του. Όλος ο κόσμος έξω από το καφέ, του εμφανίστηκε σαν ένας κακόβουλος τόπος, όπου πλήθος φτωχοί, δυστυχισμένοι ήσαν αναγκασμένοι να δουλεύουν σαν σκλάβοι, με μόνο αποτέλεσμα λίγα άτομα να κυκλοφορούν με τις άμαξες και να ζουν άσωτα σε παλάτια. Ντράπηκε για την ευτυχία του. Ο οίκτος για τη σκληρή μοίρα του ανθρώπινου είδους, έκανε τη καρδιά του να μαραζώσει. Με φωνή πνιγμένη από λύπη, προσπάθησε να εκφράσει αυτά τα συναισθήματα. Του φαινόταν, ότι πότε έκλαιγε και πότε έβριζε.
Οι δυο καινούργιες γνωριμίες του βιάστηκαν να χειροκροτήσουν την ανθρωπιστική περιφρόνησή του. Μάλιστα! Το μέγεθος της αδικίας στον κόσμο ήταν αληθινά σκανδαλώδες. Μόνο ένας τρόπος υπήρχε για να τα βγάλει κανείς πέρα με τη διεφθαρμένη κατάσταση της κοινωνίας. Να γκρεμίσει ολόκληρο το sacree boutique (ιερό – απαραβίαστο μαγαζί). Να τινάξει στον αέρα όλο το ανήθικο παραμύθι.
Τα κεφάλια τους αιωρούνταν πάνω από το τραπέζι. Του ψιθύριζαν λόγια ενθαρρυντικά δεν νομίζω ότι περίμεναν ακριβώς αυτό το αποτέλεσμα. Ήταν εντελώς μεθυσμένος – εξωφρενικά μεθυσμένος. Με ένα γρύλισμα οργής, πήδησε ξαφνικά πάνω στο τραπέζι. Κλωτσώντας πέρα τα μπουκάλια και τα ποτήρια, ούρλιαξε: «Vive lanarchie! Θάνατος στους καπιταλιστές!». Φώναζε αυτή τη φράση ακατάπαυστα. Ολόγυρά του, έπεφταν σπασμένα μπουκάλια, καρέκλες εκτινάσσονταν στον αέρα, άνθρωποι άρπαζαν ο ένας τον άλλον από το λαιμό. Η αστυνομία έκανε ντου. Χτυπιόταν, δάγκωνε, έγδερνε και πάλευε, ώσπου του κατέβασαν κάτι με δύναμη στο κεφάλι…
Βρήκε τις αισθήσεις του σε ένα κελί της αστυνομίας, κατηγορούμενος για επίθεση, στασιαστικά συνθήματα, και αναρχική προπαγάνδα.

Την ώρα που στεκόταν έξω στο δρόμο, ανήσυχος και ταραγμένος, τον πλεύρισε ένας μεσόκοπος άντρας που του συστήθηκε και εκείνος ως μονταδόρος μηχανικός. «Ξέρω ποιος είσαι», του είπε. «Έχω παρακολουθήσει τη δίκη σου. Είσαι εντάξει σύντροφος, και οι ιδέες σου είναι ακέραιες. Αλλά, ο διάολος να πάρει, δεν θα μπορέσεις να βρεις δουλειά πουθενά πια. Αυτοί οι μπουρζουάδες θα συνωμοτήσουν για να πεθάνεις της πείνας. Έτσι κάνουν αυτοί. Μην περιμένεις έλεος από τους πλούσιους».  

«Όχι,!», φώναξε. «Ήταν ένας βίος αβίωτος!». Να με παρακολουθεί η αστυνομία, να με παρακολουθούν οι σύντροφοι, δεν άνηκα πια στον εαυτό μου! Τι να σας πω, ούτε ανάλυψη μερικών φράγκων από τις καταθέσεις μου στην τράπεζα δεν μπορούσα να κάνω, χωρίς να έχει στήσει καρτέρι στην πόρτα της τράπεζας κάποιος σύντροφος για να δει μπας και το σκάσω! Και οι περισσότεροι δεν ήσαν, ποιος λίγο, ποιος πολύ, παρά λωποδύτες. Οι έξυπνοι, εννοείται. Λήστευαν τους πλούσιους, έλεγαν ότι έπαιρναν πίσω αυτά που τους άνηκαν. Όταν είχα κατεβάσει μερικά ποτήρια, τους πίστευα. Υπήρχαν, επίσης, οι ανόητοι και οι τρελοί. Des exaltes quoi! (οι ενθουσιώδεις – πως είπατε;). Όταν ήμουν πιωμένος, τους αγαπούσα. Όταν έπινα κι άλλο, θύμωνα με τον κόσμο. Αυτή ήταν η καλύτερη φάση. Έβρισκα καταφύγιο από τη μιζέρια στην οργή. Αλλά δεν γίνεται να είναι κανείς συνέχεια μεθυσμένος – nest-ce pas, monsieur; Και όταν ήμουν νηφάλιος, φοβόμουν να ξεκόψω. Θα με σουβλίζανε σαν γουρούνι».

Σύντροφε! Monsieur! Αχ, τι ωραία λέξη! Και εκείνοι οι δυο, τέτοιοι που ήσαν, την έκαναν καταραμένη. Τους κοίταξα. Θυμόμουν τα ψέματά τους, τις υποσχέσεις τους, τις απειλές τους, και όλες τις μέρες της δυστυχίας μου. Γιατί δεν με είχαν αφήσει στην ησυχία μου, όταν δραπέτευσα από τη φυλακή; Τους κοίταξα, και σκέφτηκα ότι όσο ζούσαν δεν θα ήμουν ποτέ ελεύθερος. Ποτέ. Ούτε εγώ, ούτε άλλοι σαν κι εμένα, με ζεστή καρδιά και αδύναμο μυαλό. Γιατί, το ξέρω, monsieur, δεν έχω γερό μυαλό. Ένας μαύρος θυμός με είχε πλακώσει – ο θυμός του απόλυτου εθισμού – αλλά, όχι στην κοινωνική δικαιοσύνη. Α, όχι!
«Πρέπει να ζήσω ελεύθερος!», φώναξα, σαν λυσσασμένος.
«Vive la liberte!», ουρλιάζει εκείνος ο ρουφιάνος, ο Μαφίλ. «Mort aux bourgeois, που μας έστειλαν στην Καγιέν! Δεν θα αργήσουν να καταλάβουν ότι είμαστε λεύτεροι».
Ο ουρανός, η θάλασσα, ο ορίζοντας, είχαν γίνει κόκκινοι, κόκκινοι στο χρώμα του αίματος, ένα γύρω στη βάρκα. Τα μηνίγγια μου χτυπούσαν τόσο δυνατά, που απορούσα πως δεν τα άκουγαν. Πως κι έτσι; Πως γινόταν και δεν καταλάβαιναν;
Άκουσα τον Σιμόν να ρωτάει: «Δεν κάναμε πια αρκετό κουπί;»
«Ναι, αρκετά», είπα. Τον λυπόμουν αυτόν, τον άλλον ήταν που μισούσα. Σήκωσε τα κουπιά, αφήνοντας έναν δυνατό αναστεναγμό, και καθώς ύψωνε το χέρι να σκουπίσει το μέτωπό του, με το ύφος ανθρώπου που έχει τελειώσει τη δουλειά του, τράβηξα τη σκανδάλη και τον πυροβόλησα, ίσια στην καρδιά, από το γόνατο, όπως ήμουν καθισμένος.
Σωριάστηκε κάτω, με το κεφάλι του κρεμασμένο έξω από το πλευρό της βάρκας. Δεν του έριξα δεύτερη ματιά. Ο άλλος άφησε μια διαπεραστική κραυγή. Μια, μόνο, κραυγή φρίκης. Ύστερα όλα έμειναν ακίνητα.
Γλίστρησε από τον πάγκο, και γονατίζοντας, σήκωσε τα δεμένα χέρια του μπροστά στο πρόσωπό του, σε μια στάση ικεσίας.
«Έλεος», ψιθύρισε, σβησμένα. «Λυπήσου με! – σύντροφε».
«Αχ, σύντροφε», είπα, με χαμηλή φωνή. «Ναι, βέβαια, σύντροφε. Καλά, εμπρός, φώναξε Vive lanarchie».
Τίναξε ψηλά τα χέρια του, το πρόσωπο στραμμένο στον ουρανό και το στόμα ορθάνοιχτο σε ένα ουρλιαχτό απελπισίας, «Vive lanarchie! Vive…»
Σωριάστηκε, με μια σφαίρα στο κεφάλι.
Τους έριξα και τους δυο έξω από τη βάρκα. Πέταξα μακριά και το περίστροφο. Μετά κάθισα να ηρεμήσω. Επιτέλους, ήμουν ελεύθερος! Επιτέλους.
………………………………………………………..

Αποσπάσματα μέσα από το βιβλίο του Τζόζεφ Κόνραντ, Ένας Αναρχικός
Μετάφραση: Σπάρτη Γεροδήμου, εκδόσεις Ερατώ
Η ζωγραφιά είναι του Thornton Oakley και μέσα από το Harper's Monthly Magazine τεύχος 113, Ιούνιος – Νοέμβρης 1906 όπου και πρωτοδημοσιεύθηκε ο Αναρχικός.

Λογική Και Κανιβαλισμός

Το προχθεσινό Κυριακάτικο "Ρώτα τον Άνεμο", στο Clipart radio που ήταν και το πρώτο για το 2018.
Ποιήματα από Εντουάρντο Γκαλεάνο, Έριχ Φρηντ, Τρύφωνα Ζαχαριάδη, κ.α. Για πάνω από μισή ώρα διαβάσαμε σε μέρη το ποίημα του Ρομπέρτο Γκαρθία Ντε Μέσα, "Λογική και Κανιβαλισμός" σε μετάφραση Βασίλη Λαλιώτη.
Μουσικές από Holograms, Moskau, Underground Youth, Holy Motors, Dim Locator, κ.α.




Λογική Και Κανιβαλισμός του Ρομπέρτο Γκαρθία Ντε Μέσα

Μια εικόνα.
Μια εικόνα από.
Μια εικόνα με
μουσική ενός μέλλοντος αιώνα.
Μια φωτογραφία και κάποιοι λόγοι.
Μια κοινωνία αναφλεγμένη από το δάγκωμα της αποτυχίας.
Ένα σπίτι ερείπια.
Νοσταλγία;
Που να ξέρω;
Να χάνω σ’ ένα φόντο κλασικό
ή να χάνομαι, μόνο αυτό.
Θα ήθελα ένα φως κόκκινο,
ταπετσαρία παλαιά
και ν’ αγαπώ πολύ.
Θέλω να πω:
ένα ποτό άφθαρτο,
τον αέρα ενός ανεμιστήρα,
την εικόνα πάλλουσα του κινέζικου κόκκινου
και τις χαρακιές, τη ναυτία
και να νιώθω νηστικός
μετά έχοντας κάνει έρωτα όλη τη νύχτα.
Να συναντιέμαι
με τους
πρώτους ουρανούς,
τους
παλιούς ουρανούς
αυτούς
που είδε ο Οδυσσέας,
αυτούς που μοιράστηκε με τον Κόνραντ,
αυτούς
που θέλησε να ξεχάσει με τον Κάφκα.
Κι είναι γιατί η πόλη μετατρέπει τις επιθυμίες.
Διαλέγω το δρόμο, το σκηνικό, όλο να το νιώσω και
να βαδίσω χωρίς να κινηθώ απ’ την εικόνα,
να πάω υποκείμενος στην ιδέα,
απέναντι στον ορυμαγδό.
Μια καφετέρια,
μια σειρά παράθυρα,
οι γόβες στιλέτο, οι μορφές, ο ρυθμός,
οι καμπαρντίνες κι ο καθρέφτης που είμαι,
όπου όλοι φτιάχνονται πριν μπουν.
Ένα βλέμμα κουρασμένο, μια αλλαγή ευκαιριακή,
μια ακατάλληλη παρέκκλιση,
και η εμφάνιση
μετατρέπεται σε μύθο.
Μια γραφική νουβέλα του Μίλλερ κι ένα βινύλιο
των Secretos.
Αύριο θα ´ναι άλλη μέρα.
Ναι.
Γιατί το νησί…
Γιατί το…
Γιατί…
ο ωκεανός είναι μια βιτρίνα.
Ματιά κατά μέτωπο και τα μάτια των νεκρών,
αυτών του ατλαντικού, τα ονειρευόμενα,
πάντα αναμένουν να τους αναγνωρίσω όταν νυχτώνει.
Να συνδεθείς με το χτες ή όχι,
με τις ιστορίες του μέλλοντος,
με το να επιβιώσεις μ’ όλα αυτά,
με το να αρνηθείς τους κανόνες του παιχνιδιού.
Ένα ανάβλυσμα αγωνίας
και νιώθω τα χαμένα βήματα.
Έτσι αντηχούν τα ηλίθια ρολόγια
αυτά του κεφαλιού.
Είμαι ερείπιο.
Αγκαλιάζω την αϋπνία, αλλά νιώθω ελεύθερος,
παράδοξα ελαφρός από αποσκευές,
χωρίς χρόνο, αλλά κομμένος σε μερίδες
και σερβιρισμένος σε μορφή τζιν τόνικ.
Οι αδαείς κλέβουμε στην τράπουλα.
Η ικανοποίηση ν’ αρπάξουμε
τον κώδικα των ουτοπικών διαχειρίσεων.
Ένα ημερολόγιο ενενήντα βαθμών,
το γράφω με κακά γράμματα.
Ένα θέμα επαναλαμβανόμενο.
Απελπισμένοι από τη χάρη των δαγκωματιών.
Κι είναι γιατί τους κανόνες δεν τους βάλαμε εμείς.
Ένας φυλακισμένος είναι η κορυφή του παγόβουνου.
Μια τράπεζα, ο μονόλογος της σύγχρονης λογικής.
Και μακριά από όλα,
το παλιό και το νέο.
Το νέο, χωρίς βλάβες.
Όλες οι οθόνες του κόσμου
ελέγχουν τις συζητήσεις.
Οι εξώσεις, οι πτώσεις, οι πυρετοί,
τα ολοκαυτώματα, οι εκπτώσεις και
τα πλας, σαν αρχές βασικές της δημιουργίας.
Πάντα υπάρχει μια στιγμή για τις λέξεις προτεραιότητας,
τις δύσκολες α πριόρι.
Και στη μοναξιά ενός δωματίου,
με τα πόδια μου σε ζεστό νερό,
μιλάω στο τηλέφωνο.
Γερμανία, λοιπόν.
Γυμνή Γερμανία.
Διαφορετική, με μάτια πράσινα.
Κι ο Μπαχ ακουγόταν απαλά.
Και δεν έβρισκα παρηγοριά καμία
στις λάμψεις της πόλης.
Ήταν πολύ αργά,
πεσμένη, πια η νύχτα.
Το δέρμα μου ήταν διαφορετικό.
Η σκιά μου είχε χαθεί,
την συναντούσα σε κάποιο μέρος του νησιού,
στην επιστροφή μου.
Σαν σκυλί δασκαλεμένο
με υπάκουε μόνο εκεί.
Η σκιά μου μπορούσε να με καταλάβει,
μίλαγε τη γλώσσα της αιώνιας επανόδου,
είχε φτάσει και δεν είχε τέλος.
Εξέλιξη χωρίς αρχή.
Μπορούσε να έχει αρχίσει οποιαδήποτε στιγμή.
Μπορούσε να έχει φανταστεί κάποια χέρια διαφορετικά,
μιαν αναπνοή διαφορετική, μια συνέπεια διαφορετική.
Αλλά πριν εκραγώ με τον ορυμαγδό των λέξεων,
των επιθυμιών, των δικαιολογιών, των ερώτων της μιας ώρας,
μόνο να σε κοιτάζω, πες μου…
Με κατάλαβες όλη μου τη ζωή
και μου εξομολογείσαι πως σου αρέσει να πετάς
πάνω σ’ ένα τρένο γεμάτο από δάκρυα.
Επιμένω στη συνθήκη να σε σκεφτούμε μισή μισή.
Κι είναι γιατί μου ήρθε η ανάμνηση
μιας νύχτας του χειμώνα,
μόνος μαζί σου και με τις λέξεις σου μισές,
γιατί όλα είναι μισά μαζί σου, Ουτοπία.
Και στιγμές, με εκθέτω στιγμές,
συμμετέχω στις απρόσωπες αλήθειες μου,
στα χωρίς λέξεις ποιήματά μου.
Και το νησί, πάντα,
ανάμεσα στους τοίχους του, τα κενά του, γεμάτα από ορίζοντες,
φυλακίζεται από όλες τις διευθύνσεις,
από τη μη γραμμένη γλώσσα.
Παίρνω τις σημειώσεις μου.
Με θυμάμαι πιο νέο,
στις απόκρημνες ακτές του,
σχεδιάζοντας
πουλιά.
Εμφανίζονταν,
εξαφανίζονταν,
τα
φανταζόμουν
τα
ξεχνούσα.
Τα
ξεχνούσα.
Και
όλα
τα πνεύματα
στις θέσεις τους,
σε άλλα σώματα,
σε άλλους τόπους, σε άλλο χρόνο.
Έφτασα μακριά, παραδόθηκα στο παραλήρημά μου,
για μια στιγμή,
για να τα καταλάβω όλα
ή, τουλάχιστον, για να τα νιώσω όλα:
α) να διακρίνω τις ραβδώσεις του τίγρη,
β) να διακρίνω τη δύση του φωτός
και γ) να με διακρίνω σε τόσο κενό.
Και τώρα, σε μια καφετέρια το ξημέρωμα,
κάτω από έναν ουρανό από νέον,
ποιός λέει πως ο έρωτας δεν υπάρχει;
ποιός λέει πως ο έρωτας για την πολιτική δεν υπάρχει,
μόλις σβησμένο το όνειρο,
αποσπασμένο από το χώρο του ή ελαχιστοποιημένο από την επιθυμία;
Και σηκώνω το κεφάλι, αμφιβάλλω.
Πάντα μου αμφιβάλλω.
Είμαι στην αλχημεία, στο περίγραμμα μιας νοσταλγίας.
Και ξερνάω το ξημέρωμα.
Τα πιάνα παύουν να ηχούν.
Οι νεκροί, με τις ρουτίνες τους.
Πρέπει να κινηθείς,
να ελαττώσεις την προσοχή,
να ξανασυνδέσεις τα κινητά τηλέφωνα,
αφηνόμενος στα κτήνη ή να είσαι ένα ακόμα κτήνος.
Ξαναβρίσκομαι στην κρίση.
Κι είναι γιατί υπάρχει μια σημείωση που επιμένει,
ένα όνειρο που επιμένει πάνω απ’ όλα.
Αλλά αυτές τις στιγμές,
όταν γράφω αυτές τις γραμμές,
είναι πια μέρα σ’ αυτό το τραπέζι του πάρκου.
Σ’ αυτό το νησί όλα είναι σε κίνηση.
Είναι ο τόπος των περιεχομένων στο περιθώριο.
Και περιμένω για να πάρω ένα ποτό,
για να είμαι ένας ακόμα στη μέση του ορυμαγδού,
ένας μικρός κόσμος στην απεραντοσύνη,
ένας κόσμος πολλαπλασιασμένος,
ένας κόσμος μη πραγματικός
για μήτρα όλων των πραγματικοτήτων.
Να φτάσω αργά,
να φτάσω χωρίς δικαιολογίες.
Αυτό είναι αυτό που ήθελα.
και δεν είναι δυνατόν να σταματήσει αυτός ο χρόνος.
Ένας χώρος στην ακτή, στα περίχωρα,
και να σε δω επιτέλους.
να φτάσω από μια χούφτα μελαγχολία,
και λίγη τύχη,
για μια στιγμή μαζί σου στην ακτή.
Παρατηρώ το πρόσωπό μου,
τα μάτια χαλαρά με ένα φόντο γκρίζο, σχεδόν λευκό,
τα σύννεφα που ζωγράφισα σε κάποια ευκαιρία με γραμμές βίαιες.
Να μπω, συνοδευμένος από ένα μπαστούνι,
σε μια καφετέρια στη Βαρκελώνη.
Να χαιρετίσω τη γκαρσόνα.
Να βρεθώ στο εσωτερικό αυτής της λάμψης,
αυτό των τραπεζιών στον ήλιο της Μεσογείου,
στο Σαν Πολ ντε Μαρ,
και με ένα γαλάζιο ηλεκτρίκ που νεκρώνει τον αέρα.
Όλα στην ακατάλληλη αργότητά τους.
Βλέπω αστέρια φευγαλέα
κι αφήνω να μπαίνει το κενό στις τροχιές των ματιών μου.
Διαβάζω την εφημερίδα με ανυπομονησία,
διαβάζω στα κλεφτά γιατί ο χρόνος μου είναι άλλος.
Η ναυτία του ξημερώματος.
Τα λογοτεχνικά χανγκ όβερ.
Σκέψεις ακόμα πιο συγκεχυμένες.
Καλά.
Να το χάσεις είναι μια ανάγνωση εύκολη.
Να μειώσεις την πυκνότητα κάποιου,
να μικρύνεις ηδονικά.
Να διατρέξεις μία αίσθηση, μια μόνο,
ή να παραιτηθείς από αυτήν.
Να θολώσεις τη ματιά.
Να νιώσεις πάλι τη γλώσσα.
Να διατρέξεις χιλιοστό το χιλιοστό το δέρμα της γλώσσας,
το χώρο του παράξενου,
τη χαρτογραφία των ανωνύμων εκτάσεων
και να επιβιώσεις απ’ αυτό, όπως το κάνουν οι αυτοκτόνοι.
Ο κόσμος στα δεξιά, στα αριστερά των σύννεφων,
στην πυκνότητα του κέντρου
και στην ευαίσθητη πλευρά των πραγμάτων.
Ξερνάω σχεδόν καθημερινά.
Σ’ όλους τους τοίχους υπάρχουν πολιτικές ειδήσεις.
Στα κανάλια της τηλεόρασης.
Υπάρχει μια διατριβή για την ανθρώπινη βία σε κάθε πρόγραμμα.
Κανιβαλισμός σε καθαρή κατάσταση.
Κανιβαλισμός υπερσύντομος.
WashingMachine.
Το ακροατήριο χωνεύει πολύ γρήγορα.
Δίνω στο στομάχι μου μια χούφτα σκιές και του συνιστώ να ακολουθήσει
τα ψίχουλα της ομορφιάς, τους δρόμους μετ’ επιστροφής, τις λεπτομέρειες,
τις φωνές, το μέλλον της χάρης,
το αίσθημα ( να το χάσεις και να το ξαναβρείς) και το μαστίγωμά του, τις γρατζουνιές
τις πιο βαθιές,
αυτούς που χαλκεύουν μια ελευθερία προκλητική, τα χάδια,
τα χάδια του χρόνου, της ρουτίνας.
Κι είναι γιατί τα χαρτιά που σου δίνει η ζωή…
Δεν ξέρω.
Το χαρτομάνι είναι απρόβλεπτο.
Είναι σαν χαρτοπαίχτης,
όπως εκείνος ο παίχτης που γινόταν πλούσιος χάνοντας.
Υπάρχει ένα μέρος που απλώνεται πάνω στο σχέδιο,
που είναι φτιαγμένο από ύλη σκοτεινή.
Κι είναι γιατί θα ήθελα να κορέσω την όρεξή μου :
να σπάσω το κορμί μου σε πολλά κομμάτια,
να φάω ένα προς ένα όλα μου τα ονόματα,
όλους μου τους λόγους για να ξεχάσω.
Είναι εύκολο να κλαίγεσαι,
να πέφτεις μπρος στο θέατρο,
να τελειώνεις φαγωμένος από την ελπίδα
ν’ αφήνεσαι να επηρεαστείς από τον προγραμματισμό της κουβέντας.
Ένας ήχος που δυσκολεύει το βήμα.
Οι λόγοι.
Είμαι ένας κανίβαλος εμένα του ιδίου
και δεν βαδίζω ειρηνικά,
βαδίζω αγνοώντας το βάρος απ’ τα σύννεφα.
Ήθελα να ‘μαι πιο διαφανής.
ή πιο γενναιόδωρος.
Πιο ειρηνικός.
Πρόκειται για κάτι εξαιρετικά ειλικρινές:
μια φωτογραφία του παρελθόντος ή μια ηλίθια σέλφι.
Δεν είμαι ειδικός στις μεταμορφώσεις.
Η ομορφιά ονειρεύεται κι εγώ εξαφανίζομαι.
Δίνω ιδέες
κι εξαφανίζομαι.
Να επιβιώσω, ναι
να επιβιώσω στην αυτοκρατορία των συνθηκών,
στην κυβέρνηση των ορίων,
στο όνειρο της λογικής.
Νομίζω πως, ακόμα και να ξέραμε να νικήσουμε,
θα συνεχίζαμε συμπεριφερόμενοι σαν νικημένοι.
Κρίση της διαχείρισης ή διαχείριση της κρίσης.
Να τα βάλω με το χρόνο, ή με κάποιον που αγνοώ,
ή με ένα ποίημα απλωμένο πάνω στο τραπέζι.
Ένα όνειρο που δεν τέλειωσε
και η πρόζα σε κίνηση,
η πρόζα της σύγχυσης:
ο ωκεανός.
Δεν χάνω τη συνήθεια.
Σ’ ένα τραπέζι ενός μπαρ της ακτής<
με τα παράθυρα ανοιχτά,
η αύρα μου χτυπάει το πρόσωπο.
Και βρίσκομαι στον ορίζοντα.
Σ΄ αυτό το υπερπέραν
αναγνωριζόμαστε.
Σε νιώθω σε περίπατο μαζί μου στην προβλήτα.
Σ’ αρέσει τόσο να βρίσκεσαι στην άκρη…
Σου λέω…
έλα,
έλα.
Και φτάνουμε, αγάπη μου, ως εκεί.
Μ’ αγκάλισες και μου υποσχέθηκες στο αυτί
πως θα είμαστε μαζί όλη τη ζωή μας.
Έκλεισα τα μάτια.
Σε πίστεψα.
Τώρα πάω γυρεύοντας σε στα σκοτεινά.
Είπες ότι θα με συναντούσες.
Τώρα βλέπω πως είμαι εγώ αυτός που είναι άδειος
και κανείς δε μοιάζει να με βλέπει.
Ποιοι είναι οι νόμοι εδώ;
Γιατί συνεχίζω βρισκόμενος εδώ.
κοντά σε όλους.
– «Γεια σου, τι κάνεις;»
– «Γεια σου…»
– « Γεια σου, ναι…»
Ο Πύργος, 1984, Φαρενάιτ 451, Γενναίος Νέος Κόσμος…
Ίσως μιλάω υπερβολικά σιγά
και πως σε άλλη ζωή
νομίζω πως βρισκόμουν εδώ.
Τώρα προτιμώ να σκέφτομαι πως πάω λαθεμένα.
Τώρα μόνο θυμάμαι από ένα παράθυρο ανοιχτό,
από ένα μπαρ της ακτής.
Αυτή η πόλη ονειρεύεται να παραιτηθεί απόλα όσα πετάν πολύ ψηλά,
ονειρεύεται μια λίστα νεκρών
η να μας εκπλήξει με ένα κακό αστείο πάνω στον εμφύλιο πόλεμο.
Οι καταιγίδες είναι αδυσώπητες
και δεν ξέρω αν το ίδιο λειτουργεί για όλα.Αλλά, ίσως, αυτή τη στιγμή,
προτιμώ να στηρίξω το κεφάλι στη κάσα του παράθυρου
και να κλείσω τα μάτια μια στιγμή.
Να ακούσω…
«Ναι κύριε, προτιμάτε τις καραβίδες; Σας συνιστώ το χταπόδι».
«Τις προάλλες είδα μια ταινία θαυμάσια, καλά, ήταν μια
ρομαντική κωμωδία, αλλά είχε κάτι ενδιαφέρον, δεν ξέρω. Αυτή ερχόταν
από τον κόσμο των πιάνων κι αυτός ήταν συγγραφέας. Στο Γκράτς» «Ξέρεις
κάτι;» Αγόρασα αυτό το καινούριο ρολόι». «Μη μου λες;
Ωραίο κομμάτι». « Δε μπορώ να πληρώσω το νοίκι. Μια μπύρα
παρακαλώ. Σκέφτομαι τί να δωρίσω τα Χριστούγεννα στα
παιδιά μου» . «Θα ζητήσω στον πατέρα μου να μου δώσει το αμάξι απόψε».
«Πρέπει να φροντίσω τα νύχια μου. Είναι φρικτά» . «Κι εσύ δεν
είσαι άσχημα, αλλά είσαι ένας άξεστος» . « Κι αν του πω όχι; Ή ναι; ».
«Καλά, αν μου δείξεις το πορτοφόλι, θα σου δώσω ένα φιλί» . «Να δειπνείς
νωρίς και θα δεις τι καλά που είναι». «Οι ειδήσεις λένε
πως αποβιβάζονται και είναι πολλοί». «Αύριο θα αρχίσω να
μελετάω». Δώσε μου τα κλειδιά». «Έχω ακόμη να πάω στο σπίτι
και να τελειώσω το γραπτό της υπεράσπισης». «Κέρδισαν τις εκλογές. Και
τώρα;
Και με όλα, ναι, υπερβολική μαρέγκα.
Και δεν έβρισκα τις λέξεις,
έναν τόπο για να ανοίξω τα μάτια.
Ξύπνησα.
Ο ωκεανός, πάλι,
η αύρα, ο κόσμος,
κι όλοι, περιμένοντας.
Φεύγω από εκείνο το μπαρ της ακτής.
Το ξεχνάω εύκολα.
Ανάμεσα σε τελάρα, ακριβώς στην άκρη,
ακριβώς εκεί,
γράφω την αρχή ενός θεατρικού έργου,
κάτι τέτοιο.
Βλέπω το χώρο.
Αφήνομαι να πέσω στο πάτωμα,
ανάσκελα.
Το φως από τους προβολείς,
ο καπνός αναπαύεται στο σώμα μου,
ξαπλώνει μαζί μου πάνω στη σκηνή.
Η σκόνη σε αναστολή.
Μπορώ να δω την καταστροφή, ναι,
τα χρώματα ξεθωριασμένα,
το λευκό και το μαύρο.
– «Θα επιστρέψω στροβίλους»
Απόψε
σκοτεινιάζει υπερβολικά νωρίς.
Κάνει κρύο.
Πανσέληνος.
Είναι η στιγμή της χρονιάς η πιο κατάλληλη
για να συνδέσεις.
Το λένε στην τηλεόραση.
Δεν ξέρω γιατί.
Διαιρούμε τον πόνο σε ποτήρια.
Και το πρόσωπό μου έχει εξαφανιστεί,
το επαναφέρω,
τουλάχιστον το επιχειρώ,
αλλά σ’ αυτή τη σκοτεινιά δεν βλέπω καμιά σκιά.
Είναι προτιμότερο να κλείσεις τα μάτια, λοιπόν,
να πάλεις με το κρύο που μπαίνει από το παράθυρο.
Noche en blanco.
Pearl Jam.
Nick Cave.
Δίνουν αίσθημα.
Φορές τα πουλιά δεν φτάνουν να πετάξουν.
Φορές, δεν υπάρχει αέρας.
Λόγοι, λόγοι.
Η νόηση και το άπειρο διάστημα των πιθανοτήτων.
Οι αναλογίες επιμένουν να τα αλλάξουν όλα,
μου λένε πως οι λέξεις έχουν μείνει απέξω.
Αν το χόρτο δεν φυτρώνει θα είναι γιατί είναι καμένο.
Ο τόπος βρίσκεται πολύ μακριά
και αναγνωρίζοντας το είναι να επιπλήττεις το αναγκαίο.
Πίστις εναντίον λογικής
Δεν μπορώ να διασχίσω αυτές τις γέφυρες.
Τα πόδια μου δεν με υπακούνε.
Λευκή νύχτα.
Ναι.
Το κορμί μου από ασήμι.
Τα λόγια μου από χαλκό.
Οι αγορές πέφτουν,
γδύνομαι λίγο ακόμα
και μοιάζω με τον χαμένο σταυρό των αρχαίων.
Μια δικαιολογία
για να πλένω τα χέρια μου συχνά.
Μαζεύω εκείνες τις τελετουργίες.
Τις ξεχνάω.
Είναι υπερβολικά αργά για να σκεφτώ σοβαρά
και φεύγω τρέχοντας,
επιταχύνω μέχρι που δεν μπορώ άλλο.
Και, κουρασμένος, πέφτω πάνω στο γρασίδι,
πάνω σε ένα γρασίδι γαλάζιο.
Ακούω το ρυθμό
ενός πόνου υπερβολικά οικείου.
Δεν είμαι περισσότερο από ένας άνθρωπος,
ένας πολλαπλασιασμός του ανθρώπου.
Μαζεύω τις στάχτες μου.
Το σώμα μου.
Με παρατηρώ.
Εκείνος που υπήρξα σε τρία άσματα.
Ένα λεπτό Joy Division: No Love Lost.
Η ταραντούλα ανάμεσα στα χέρια μου.
Η ουτοπία είναι πάντα μια ιστορία ατέλειωτη,
μια παρτίδα σκάκι
όπου δεν έχει σημασία ποιος κερδίζει.
Είναι το πνεύμα του φιλιού.
Ναι. Χαμογελάει.
Να πεθαίνεις από έρωτα,
να παραιτείσαι της αναμονής.
Το όνειρο των αρχαίων.
Τόσο bizarre σαν ένα πολιτικό μίτινγκ, μια ομιλία
ή ένα μανιφέστο καλλιτεχνικό γραμμένο από έναν ακαδημαϊκό.
Αγίου Βαλεντίνου,
ημέρα των ψυχών που κρέμονται από μια κλωστή.
Και να βαδίζεις στο δρόμο.
Ελευθερία,
το κορμί μου ζυγίζει το ίδιο μ’ αυτό τον αέρα.
Ανάμεσα στα δάχτυλα βρίσκεται μια λέξη
που γαυγίζει υπερβολικά.
Οι εικόνες έχουν σταματήσει.
Κάνει τόσο κρύο…
Και συνεχίζει η μουσική.
Δεν υπάρχει άλλη αισθητική.
Κατευθύνει τα βήματα.
Χαμογελάω, και δεν ξέρω πολύ καλά γιατί.
Αν και υπάρχει κάτι ειδικό σε όλα αυτά.
Το κορμί είναι ένα παράθυρο.
Κι εσύ μου λες:
-«Γεια σου. Είσαι καλά;».
Κι εγώ:
– «Όλα είναι καλά».
Σε περιπτώσεις,
ο αέρας λογοκρίνει τα συναισθήματά μου,
ίσως, τα ιδεώδη μου,
μα υπάρχουν αρκετά για να χαμογελάσεις
και όλα πάνε τέλεια.
Νομίζω πως σταμάτησα να υπάρχω.
Ελευθερία του στυλ.
Πιστεύω στους καρχαρίες,
στα όντα από άλλο πλανήτη,
στα πράσινα μάτια,
όπου θα με φάει τελικά μια αιτιολόγηση.
Σε ρωτάω για το τι κάνεις
και μου διηγείσαι μια ιστορία που δεν καταλαβαίνω,
μια ιστορία που μιμείται μια αιτία από αυτή την ίδια,
κάτι χωρίς εμφανή απόσταση.
Θύμισέ μου το χρόνο,
το χρόνο που υπάρχει ανάμεσα στο Α και το Β,
ανάμεσα σε μια ουτοπία και μια αντιουτοπία.
Κι όλα πάνε καλά.
– «Μην ανησυχείς».
Οι ηλεκτρικές λέξεις.
Οι λέξεις.
Η μέτρηση, ο απόλυτος έλεγχος.
Να πλέεις γιατί ναι.
Ο ποιητικός χρόνος
είναι αυτός των ερειπίων κι αυτός του μέλλοντος·
χρόνος, ναι, που δεν διατάζει,
που σέρνεται σαν ερπετό,
μεθυσμένο από πραγματικότητα ή από ρεαλισμό ή από υπερρεαλισμό.
Και με ρωτάς αν μου αρέσει
το πρόγραμμα της καρδιάς στην κουβέντα.
Κλείνω τα μάτια και ξεκουράζομαι, το επιχειρώ, τουλάχιστον.
Ακούω το σφυγμό των λέξεων,
τις σκιές τους, το άσμα τους,
την ηχητική μπάντα του ιλίγγου και της αϋπνίας.
Και είναι μεσημέρι.
Και η μουσική συνεχίζει στο κεφάλι μου.
Επιχειρώ να με βρω μέσα σ’ αυτή την εξομοίωση του χάους,
να κοιμηθώ στη μέση αυτού του χώρου γεμάτου από κοινοτοπίες,
να καλυφθώ με μια κουβέρτα,
να καλυφθώ με σιωπή.
Προχωράει το απόγευμα από δρόμους απρόβλεπτους
και ο ύπνος έχει γίνει αφρός.
Ο ωκεανός με καλύπτει, ναι.
Ο ορυμαγδός της ακτής.
Η αρμονία ή η κούραση.
Η όμορφη σύγχυση.
Όλοι οι αφροί της συνείδησης.
Κολυμπάω προς τα σίγουρα όρια
και πάω λίγο πιο μακριά.
Τότε, ξυπνάω.
Και
το μουρμούρισμα.
Και
η σκοτεινιά..
Και
το ποίημα μου.
Και
η ουτοπική μου φαντασίωση.
Και
Η επιθυμία μου να γυρίσω.
Οι σκέψεις σε ιπποδρομία.
Οι λόγοι.
Οι δικαιολογίες.
Οι λέξεις των σοφιστών.
Η εξουσία μιλώντας για την εξουσία.
Και σβήνω την τηλεόραση.
Ίσως, αυτή τη στιγμή,
δεν υπάρχει καλύτερη μουσική απ’ τη σιωπή.
Ύλη σκοτεινή.
Τα καλύπτει όλα.
Ή σχεδόν.
Η ενέργεια η πιο απλή,
η πιο παλιά,
η ενέργεια που σχεδιάζει ο χρόνος,
αυτή που έφτιαξε τις μάσκες και τους στροβίλους.
Η αρχή και το τέλος ταυτόχρονα.
Οι λόγοι οι πιο παράλογοι.
Συνεχίζω ξυπνητός.
Ναι.
Θυμάμαι την ιστορία.
Και
ανοίγω τα παράθυρα.
Και
έτσι με καταβροχθίζεις,
με εγκαταλείπεις, τελικά, σ’ αυτό το χρόνο
που επίσης είναι ο δικός σου.

Μετάφραση: Βασίλης Λαλιώτης