Drag Me

«Τα κορμιά μας μες στο δάσος
Σαν πήλινα αγάλματα
Ξέρω τι πρόκειται να πεις
Ξέρω ότι δεν μπορείς να μείνεις
Σε παρακάλεσα να μείνεις…»

… ή αλλιώς… η πόλη μια ζούγκλα κι εκείνη ένα κτήνος, παραφράζοντας το πιο όμορφο ζευγάρι στην rock n roll ιστορία.
Ο Νίκος Κέλλης παίρνει τον εφιάλτη των The You and What Army Faction μέσα από το εφτάιντσό τους «Silk» του 2012 και δημιουργεί τούτο το animation που λειτουργεί άνετα και σαν ένας σύγχρονος αστικός εφιάλτης μικρού μήκους.

Για τον Νίκο Κέλλη μπορείτε να δείτε περισσότερα στο site του και στο

Ενώ για τους Αθηναίους The You and What Army Faction έχει γράψει ο saunterer για τα δυο τελευταία τους άλμπουμ στα και . Η σελίδα τους στο bandcamp εδώ .



Φερντυντούρκε


«Ένας μεγάλος ποιητής ο Ιούλιος Σλοβάσκι, μεγάλος ποιητής. Αγαπάμε τον Ιούλιο Σλοβάσκι κι ενθουσιαζόμαστε απ’ την ποίησή του γιατί ήταν ένας μεγάλος ποιητής. Σημειώστε παρακαλώ σχετικά μ’ αυτό το θέμα μια εργασία για το σπίτι: «Γιατί τα ποιήματα του Ιουλίου Σλοβάσκι, αυτού του μεγάλου ποιητή, περιέχουν μιαν αθάνατη ομορφιά που εγείρει τον ενθουσιασμό;»
Σ’ αυτό το σημείο του μαθήματος ένας μαθητής στριφογύρισε νευρικά και στέναξε:
«Μα εγώ δεν ενθουσιάζομαι καθόλου! Δεν έχω ενθουσιαστεί καθόλου! Δεν με ενδιαφέρει! Δεν θέλω να διαβάσω περισσότερες από δυο στροφές κι ακόμη κι αυτές δεν μ’ ενδιαφέρουν, Θεέ μου πως θα μπορούσε άραγε αυτό να μ’ ενθουσιάζει, αφού δεν μ’ ενθουσιάζει;»
Ξανακάθισε με γουρλωμένα μάτια σαν να καταγκρεμιζόταν μέσα σε μιαν άβυσσο. Μπροστά στην αφελή του ομολογία ο καθηγητής παραλίγο να πάει από αποπληξία.
«Όχι τόσο δυνατά, έλεος!» σφύριξε. «Γκάλκιεβιτς θα μου το πληρώσετε. Θέλετε το χαμό μου; Δεν συνειδητοποιείτε τι λέτε;»
«Μα δεν θέλω να καταλάβω! Δεν μπορώ να καταλάβω πως μ’ ενθουσιάζει, αφού αυτό δεν μ’ ενθουσιάζει!»
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: «Πως είναι δυνατόν να μην σας ενθουσιάζει αυτό Γκάλκιεβιτς, αφού σας εξήγησα χίλιες φορές πως αυτό σας ενθουσιάζει;»
ΓΚΑΛΚΙΕΒΙΤΣ: «Όμως εμένα δεν μ’ ενθουσιάζει».
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: «Αυτό αφορά μόνον εσάς Γκάλκιεβιτς. Φαίνεται πως σας λείπει η ευφυία. Οι υπόλοιποι είναι ενθουσιασμένοι».
ΓΚΑΛΚΙΕΒΙΤΣ: «Στο λόγω της τιμής μου, κανείς δεν έχει ενθουσιαστεί. Πως θα ήταν λοιπόν δυνατόν, αφού κανείς δεν διαβάζει αυτά τα πράγματα πέρα από μας στο σχολείο και μάλιστα επειδή μας υποχρεώνουν;»
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: «Όχι τόσο δυνατά, έλεος! Αυτό συμβαίνει γιατί υπάρχουν λίγοι άνθρωποι πραγματικά καλλιεργημένοι κι ανώτεροι…»
ΓΚΑΛΚΙΕΒΙΤΣ: «Όμως ούτε κι οι καλλιεργημένοι άνθρωποι ενθουσιάζονται. Κανένας, ούτε ένας, απολύτως κανένας».
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: «Γκάλκιεβιτς έχω γυναίκα και παιδί! Λυπηθείτε τουλάχιστον το παιδί! Δεν χωρά αμφιβολία, Γκάλκιεβιτς, πως η μεγάλη ποίηση πρέπει να μας ενθουσιάζει, ο Σλοβάσκι λοιπόν ήταν ένας μεγάλος ποιητής. Ίσως δεν σας συγκινεί, αλλά μην μου πείτε πως η ψυχή σας δεν συγκλονίζεται απ’ τον Μίκιεβιτς, τον Μπάυρον, τον Πούσκιν, τον Σέλεϋ, τον Γκαίτε…»
ΓΚΑΛΚΙΕΒΙΤΣ: «Δεν συγκλονίζουν κανέναν. Δεν ενδιαφέρουν κανέναν και φέρνουν ανία σ’ όλους. Κανείς δεν μπορεί να διαβάσει περισσότερο από δυο στροφές. Ω, Θεέ μου! Δεν μπορώ!..»
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: «Γκάλκιεβιτς είναι απαράδεκτο. Η μεγάλη ποίηση όντας μεγάλη και όντας ποίηση, δεν μπορεί να μην σας ενθουσιάζει. Λοιπόν σας ενθουσιάζει».
ΓΚΑΛΚΙΕΒΙΤΣ: «Μα εγώ δεν μπορώ. Και κανείς άλλος δεν μπορεί. Θεέ μου!»
Ο καθηγητής ιδρωκοπούσε. Βγάζοντας απ’ το πορτοφόλι του μια φωτογραφία της γυναίκας του και του παιδιού του, προσπάθησε να συγκινήσει τον Γκάλκιεβιτς, αλλά αυτός περιοριζόταν στο να επαναλαμβάνει: «Δεν μπορώ, δεν μπορώ». Αυτό το μοιραίο «δεν μπορώ» εξαπλωνόταν, φούντωνε, γινόταν μεταδοτικό, ακούστηκαν μερικά «κι εμείς δεν μπορούμε» και βρεθήκαμε μπρος στην απειλή μιας γενικής ανημποριάς. Ο καθηγητής βρισκόταν σ’ ένα τρομερό αδιέξοδο. Κάθε δευτερόλεπτο κινδύνευε να γίνει μια έκρηξη… ανημποριάς, κάθε στιγμή κινδύνευε να ξεσπάσει ένας βρυχηθμός απέχθειας που θα έφτανε στ’ αυτιά του διευθυντή ή του επιθεωρητή, κάθε λεπτό, το οικοδόμημα κινδύνευε να καταρρεύσει θάβοντας μαζί του και το παιδί κάτω απ’ τα ερείπιά του, όμως ο Γκάλκιεβιτς δεν μπορούσε, δεν μπορούσε, συνέχιζε να μην μπορεί.
………………………………………………………
Βίτολντ Γκόμπροβιτς / Φερντυντούρκε
Εκδόσεις Ερατώ, μετάφραση: Τασία Χατζή
Φώτο: Αφίσα του εικαστικού Leszek Zebrowski για πολωνική θεατρική παράσταση βασισμένη στο Φερντυντούρκε.

Το Φερντυντούρκε γυρίστηκε και σε ταινία το 1991 από τον Πολωνό σκηνοθέτη Jerzy Skolimowski. Ο αγγλικός του τίτλος ήταν 30 Door Key.    

Δεύτε λάβετε δηλητήριο

ένα κείμενο εμπνευσμένο από τους πίνακες του
Στέλιου Ερμογενίδη που παρουσιάστηκαν στην δεύτερη ατομική του έκθεση με τίτλο PAIN T

Στόματα ανέστια, πρόσωπα πρόσχαρα, κενοτάφια μιας χαοτικής κοινωνίας που τελειώνει πριν καν προσπαθήσει. Έρωτας που λυγάει σαν η μηχανή του σώματος ματώνει από μαρασμό, σαν ο πόνος γίνεται καθοριστική προσωδία και οι σχέσεις πάνε κατά διαόλου από το πρώτο άνοιγμα των χειλιών μέχρι το σφαλιστό κράτημα αυτών. Η φρίκη και το ψέμα που αράζει στον σύγχρονο άνθρωπο σαν δαιδαλώδες δηλητήριο κατακρεουργώντας την άπιστη πίστη σε μια ζωή άρρηκτα δεμένη με μια παράδοση άνευ όρων. Η συντριβή των συναισθημάτων, η συνειδητή ανυπακοή σε αυτά και η υποσυνείδητη υπακοή στα μύχια της ψυχής. Ένας ανεξερεύνητος αποτροπιασμός που ομοιώθηκε με το «είναι» του κάθε ανδρόγυνου που συνεχίζει να ταΐζει τον σκανδιναβικό μύθο.
Το προπατορικό αμάρτημα που οδήγησε στη σταύρωση κι έπειτα στο μακελειό εις το όνομα του Ενός και των Αγίων απέναντι. Ένα μακελειό που ριζώθηκε για τα καλά στον οικογενειακό κλοιό που πνίγει τα παιδιά ανατρέφοντάς τα με το κουτάλι χωμένο στο λαρύγγι, τρομοκρατώντας τα μια για πάντα, φέρνοντάς τα στο κατώφλι ενός βιασμού που θα περάσει από σώμα σε σώμα κι από ψυχή σε πνοή. Το «γαμήσι» του σύγχρονου λοβοτομημένου κανίβαλου, τα καρέ μιας ταινίας με απασφαλισμένη φρικαλεότητα όπου αυτοί που βλέπεις σίγουρα δεν είναι. Οι νόμοι των ηλίθιων νυχτερινών εξόδων όπου οι πάντες αναζητούν την λήθη που τους αναλογεί. Ο εντεταλμένος κώδικας ζωής, οι εντεταλμένες ερωτικές σχέσεις, η εντεταλμένη κουλτούρα, οι εντεταλμένες σκέψεις, οι εντεταλμένες σεξουαλικές πράξεις, η επιβολή του πόνου στον άλλον, η επιβολή στη σιωπή, η αποβολή του «τέρατος» απ’ τον άλλον, η αποβολή της κραυγής. Μαριονέτες όλοι μιας απαράμιλλης σιωπής, μιας έχθρας που ξεπαστρεύει μεθοδικά και μειλίχια την αλήθεια και τα νεύματα. Δεν μιλάμε με πράξεις πια, ξερνάμε τροχιές εξαναγκασμού κρύβοντας τις τσαλαπατημένες μορφές μας στην εξαπάτηση και στους δρόμους της καλοαναθρεμμένης πόλης μας. Στήνουμε προτομές των συντρόφων μας για να τους πάρουμε το κεφάλι, βρικόλακες σκανδάλων είμαστε, κόλακες με δημοσιοσχετίστικους αλαλαγμούς, ερωτικές φυλακές κι ερωτικές περιστροφές από την μια αγάπη στην και πάλι.    
Δεύτε λάβετε δηλητήριο λοιπόν, δαιδαλώδες δηλητήριο για να μην υπάρξει διαφυγή, να ρημάξει τις φλέβες σε χίλιους δυο θανάτους, να σκορπίσει και να εξαπλωθεί, να τρέξει η ταινία σαν αμάξι χωρίς χιλιόμετρα, να λογιστεί ανήμπορος ο ένας για τον άλλον, να λυτρωθεί στη ρίμα της αγάπης κ’ ύστερα να ξαναχαθεί κλίνοντας σ’ όλους τους χρόνους τη λέξη «απώλεια» που γεννάει καινούργιους σταυρούς, καινούργια μακελειά, καινούργιες ήττες κι αξημέρωτους αποτροπιασμούς. Αυτό που βλέπεις, αυτό δεν είναι. Είμαστε μια αντίφαση που κουβαλάει το σώμα μας, ένα φανταχτερό τσούρμο λωποδυτών και καθαρμάτων με το μίσος σφιγμένο καλά στο στόμα μας και την ανημποριά στα σκέλια μας. Τα μερόνυχτα περνούν από δίπλα μας σαν εφήμεροι επισκέπτες, οι έρωτες ουρλιάζουν από πείνα, τα σώματα καυλώνουν με την δυστυχία, οι γλώσσες ξεδιψάνε με το μίσος, τα μάτια πεθαίνουν με το πρώτο άγγιγμα του αντίχειρα, οι λέξεις δεν μαθαίνουν, οι καρδιές δεν πάλλονται ευγενικά μα πρόστυχα, τα δόντια μυρίζουν σαπίλα, η πείνα μυρίζει θάνατο, η ανάγκη βιασμό, η γέννηση εξαναγκασμό, η συντριβή έρχεται μέσα σε κλουβί φορώντας τα εξαιρετικά κουρέλια σου μάρκας, «No Existence». Κρυμμένοι μέσα σε κάτι, σκεβρωμένοι μέσα σε κάποιον άλλον, στραγγαλισμένοι από ξέχειλες ανάγκες, κολλημένοι σε δρόμους που θέλουν να φτάσουν, αναγκαστικά και με το ζόρι, μέσα σ’ ένα συρφετό επιθετικότητας και στο λαιμό ένα πολυκαιρισμένο σενάριο αρπακτικής νεκροφιλίας. Κραυγές σε φορμόλη, μάτια αδειανά, μάτια τρία κι ο λογαριασμός απλήρωτος, είμαστε φτιαγμένοι από σκατά και αίμα που έγραψαν και κάποιοι κάποτε, είμαστε παραμορφωμένοι, ευνουχισμένοι, μ’ ένα ποτήρι ξύδι στο δεξί κι ένα φίδι να γλείφει τους κροτάφους μας, να ξεριζώνει τα αρχέγονα ένστικτά μας απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη. Το αιώνιο φίδι, το πρώτο φίδι, εκείνο που πέρασε την ακάθαρτη γυναίκα στα σκέλια του πρώτου ακάθαρτου άντρα.
Δεύτε λάβετε δηλητήριο κ‘ ύστερα τίποτε.
Αφήστε τα υπόλοιπα να κάνουν τα δικά τους μέσα σας και εις τον αιώνα των αιώνων ο πόνος να τρέχει σαν κάθαρμα και για πάντα ελεύθερα, ψελλίζοντας και βήχοντας ένα καταραμένο ψευδόμενο «αμήν».