Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Μπ. Τράβεν / Ο πιο καλά κρυμμένος συγγραφέας



Μπ. Τράβεν


Ο Ενρίκε Βίλα – Μάτας για τον μύθο του Μπ. Τράβεν

Πολύ περισσότερο από τον Γκρακ, τον Σάλιντζερ και τον Πίντσον, ο άνθρωπος που τον φώναζαν Μπ. Τράβεν ήταν η αυθεντική έκφραση αυτού που γνωρίζουμε με τον όρο «κρυμμένος συγγραφέας».
Πολύ περισσότερο από τον Γκρακ, τον Σάλιντζερ και τον Πίντσον μαζί. Γιατί η περίπτωση του Μπ. Τράβεν είναι γεμάτη από εξαιρετικές αποχρώσεις. Πρώτα απ’ όλα δεν είναι γνωστό που γεννήθηκε ούτε ο ίδιος θέλησε ποτέ να διευκρινίσει. Για ορισμένους, ο άνθρωπος που έλεγε ότι ονομαζόταν Μπ. Τράβεν ήταν ένας Αμερικανός μυθιστοριογράφος, γεννημένος στο Σικάγο. Για άλλους ήταν ο Ότο Φάιγκε, Γερμανός συγγραφέας που ίσως είχε πρόβλημα με τη δικαιοσύνη εξαιτίας των αναρχικών του ιδεών. Επίσης όμως λεγόταν ότι στην πραγματικότητα ήταν ο Μόρις Ρέτεναου, γιος του ιδρυτή της πολυεθνικής AEG κι επίσης υπήρχε κάποιος που διαβεβαίωνε ότι ήταν γιος του αυτοκράτορα Γουλιέλμου Β’.
Αν και παραχώρησε την πρώτη του συνέντευξη το 1966, ο συγγραφέας μυθιστορημάτων όπως Ο θησαυρός της Σιέρα Μάντρε και Η γέφυρα στη ζούγκλα επέμεινε στο δικαίωμα να διατηρήσει κρυφή την ιδιωτική του ζωή, γι’ αυτό και η ταυτότητά του παραμένει ένα μυστήριο.
«Η ιστορία του Τράβεν είναι η ιστορία της άρνησής του», έγραψε ο Αλεχάντρο Γάνταρα στον πρόλογό του στο βιβλίο Η γέφυρα στη ζούγκλα. Πράγματι, είναι μια ιστορία για την οποία δεν έχουμε στοιχεία και ούτε είναι δυνατόν να βρεθούν, πράγμα που ισοδυναμεί με το να πούμε ότι αυτό είναι το αυθεντικό στοιχείο. Αρνούμενος όλο το παρελθόν, αρνήθηκε όλο το παρόν, δηλαδή, κάθε παρουσία. Ο Τράβεν δεν υπήρξε ποτέ, ούτε για τους σύγχρονούς του. Είναι ένας πολύ ιδιόρρυθμος συγγραφέας του Όχι και υπάρχει κάτι το πολύ τραγικό στη δύναμη με την οποία απέρριψε την επινόηση της ταυτότητάς του.
«Αυτό ο κρυμμένος συγγραφέας», έχει πει ο Βάλτερ Ρέμερ, «συνοψίζει στην απούσα ταυτότητά του όλη τη τραγική συνείδηση της σύγχρονης λογοτεχνίας, τη συνείδηση μιας γραφής που, μένοντας εκτεθειμένη στην ανεπάρκειά της και στην αδυναμία της, κάνει αυτή την έκθεση θεμελιώδες ζήτημά της».
Τα λόγια αυτά του Βάλτερ Ρέμερ – τώρα μόλις το συνειδητοποιώ -  θα μπορούσαν να συνοψίσουν επίσης τις δικές μου προσπάθειες σε αυτό το σύνολο σημειώσεων χωρίς κείμενο. Θα μπορούσε επίσης να ειπωθεί γι’ αυτές ότι συγκεντρώνουν ολόκληρη ή τουλάχιστο μέρος από τη συνείδηση μιας γραφής που, μένοντας εκτεθειμένη στην αδυναμία της, κάνει την έκθεση αυτή θεμελιώδες ζήτημά της.
Τέλος, πιστεύω ότι οι φράσεις του Ρέμερ είναι εύστοχες, όμως αν ο Τράβεν τις είχε διαβάσει στην αρχή, θα έμενε εμβρόντητος και στη συνέχεια θα ξεκαρδιζόταν στα γέλια. Πράγματι, κι εγώ είμαι τώρα έτοιμος να αντιδράσω μ’ αυτόν τον τρόπο, καθώς και σε τελευταία ανάλυση απεχθάνομαι, εξαιτίας του στόμφου του, το δοκιμιακό έργο του Ρέμερ.
Επιστρέφω στον Τράβεν. Η πρώτη φορά που άκουσα να γίνεται λόγος γι’ αυτόν ήταν στο Πουέρτο Βαγιάρτα, στο Μεξικό, σε ένα από τα καπηλειά στα περίχωρα της πόλης. Πάνε μερικά χρόνια από τότε, ήταν στην αρχή που ξόδευα τις οικονομίες μου για να ταξιδεύω τον Αύγουστο στο εξωτερικό. Άκουσα να μιλούν για τον Τράβεν σ’ εκείνο το καπηλειό. Μόλις είχα φτάσει στο Πουέρτο Εσκοντίδο, ένα χωριό που εξαιτίας του ιδιαίτερου ονόματός του, θα ήταν το πιο κατάλληλο σκηνικό για να σου μιλήσει κάποιος για τον καλύτερο απ’ όλους κρυμμένο συγγραφέα. Όμως δεν ήταν εκεί αλλά στο Πουέρτο Βαγιάρτα που για πρώτη φορά κάποιος μου διηγήθηκε την ιστορία του Τράβεν.
Το καπηλειό του Πουέρτο Βαγιάρτα βρισκόταν λίγα χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι όπου ο Τζων Χιούστον – ο οποίος μετέφερε στον κινηματογράφο το έργο Ο θησαυρός της Σιέρα Μάντρε -  πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του έχοντας βρει καταφύγιο στο Las Caletas, ένα κτήμα μπροστά στη θάλασσα με τη ζούγκλα πίσω του, ένα είδος λιμανιού της ζούγκλας που δέρνεται αδιάκοπα από τους τυφώνες του κόλπου.
Ο Χιούστον διηγείται στα απομνημονεύματά του ότι έγραψε το σενάριο του έργου Ο Θησαυρός της Σιέρα Μάντρε κι έστειλε ένα αντίγραφο στον Τράβεν, ο οποίος του απάντησε με είκοσι σελίδες γεμάτες με λεπτομερείς υποδείξεις, σχετικές με την κατασκευή των σκηνικών, το φωτισμό και άλλα θέματα.
Ο Χιούστον ανυπομονούσε να γνωρίσει τον μυστηριώδη συγγραφέα, ο οποίος τότε είχε ήδη τη φήμη ότι έκρυβε το πραγματικό του όνομα: «Απέσπασα», λέει ο Χιούστον, «μια ασαφή υπόσχεση ότι θα με συναντούσε στο ξενοδοχείο Μπάμερ της Πόλης του Μεξικού. Έκανα το ταξίδι και περίμενα. Όμως εκείνος δεν φάνηκε. Ένα πρωί, σχεδόν μια εβδομάδα μετά την άφιξή μου, ξύπνησα λίγο μετά το ξημέρωμα και είδα ότι υπήρχε ένα τύπος στα πόδια του κρεβατιού μου, ένας άντρας που μου έδωσε μια κάρτα που έγραφε: ‘Χαλ Κρόουβς. Μεταφραστής. Ακαπούλκο και Σαν Αντόνιο!’».
Ύστερα, εκείνος του έδειξε ένα γράμμα του Τράβεν, που ο Χιούστον το διάβασε ξαπλωμένος ακόμα στο κρεβάτι. Στο γράμμα, ο Τράβεν έλεγε ότι ήταν άρρωστος και δεν μπόρεσε να πάει στο ραντεβού, αλλά ότι ο Χαλ Κρόουβς ήταν ο καλύτερός του φίλος και γνώριζε πολύ καλά τόσο το έργο του όσο και τον ίδιο και ότι, επομένως, ήταν εξουσιοδοτημένος να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση ήθελε να του κάνει.
Και, πράγματι, ο Κρόουβς, που είπε ότι ήταν ο κινηματογραφικός ατζέντης του Τράβεν, ήξερε τα πάντα για το έργο του. Ο Κρόουβς παρευρέθηκε για δυο εβδομάδες στα γυρίσματα της ταινίας και συνεργάστηκε με προθυμία σ’ αυτή. Ήταν ένας άνθρωπος περίεργος και εγκάρδιος, που ήταν ευχάριστος συζητητής (μερικές φορές κουβέντιαζε με τις ώρες, έμοιαζε με βιβλίο του Κάρλο Εμίλιο Γκάντα), αν και την ώρα της αλήθειας τα αγαπημένα του θέματα ήταν ο ανθρώπινος πόνος και τρόμος. Όταν άφησε τα γυρίσματα, ο Χιούστον και οι βοηθοί του στην ταινία άρχισαν να συνδέουν τα κομμάτια και διαπίστωσαν ότι εκείνος ο κινηματογραφικός ατζέντης ήταν απατεώνας, ο ατζέντης αυτός πιθανότατα ήταν ο ίδιος ο Τράβεν.
Όταν παίχτηκε η ταινία, έγινε της μόδας το μυστήριο της ταυτότητας του Μπ. Τράβεν. Έφτασαν να πουν ότι πίσω από αυτό το όνομα υπήρχε μια ομάδα συγγραφέων από την Ονδούρα. Για τον Χιούστον, ο Χαλ Κρόουβς ήταν αναμφίβολα ευρωπαϊκής καταγωγής, Γερμανός ή Αυστριακός. Το περίεργο ήταν ότι υα θέματα των μυθιστορημάτων του αφηγούνταν τις εμπειρίες ενός Αμερικανού στη Δυτική Ευρώπη, στη θάλασσα και στο Μεξικό και ήταν εμπειρίες που ήταν ολοφάνερο ότι ο συγγραφέας είχε ζήσει.
Έγινε και πολύ της μόδας το μυστήριο της ταυτότητας του Τράβεν ώστε ένα μεξικανικό περιοδικό έστειλε δυο ρεπόρτε να κατασκοπεύσουν τον Κρόουβς σε μια προσπάθεια να εξακριβώσουν ποιος ήταν πραγματικά ο κινηματογραφικός ατζέντης του Τράβεν. Τον βρήκαν μπροστά από ένα μικρό παντοπωλείο στις παρυφές της ζούγκλας, κοντά στο Ακαπούλκο. Παρακολούθησαν το παντοπωλείο μέχρι που είδαν τον Κρόουβς να βγαίνει στο δρόμο με κατεύθυνση προς την πόλη. Τότε μπήκαν παραβιάζοντας την πόρτα και έψαξαν το γραφείο του, όπου βρήκα τρία χειρόγραφα υπογεγραμμένα από τον Τράβεν και αποδείξεις ότο ο Κρόουβς χρησιμοποιούσε άλλο όνομα: Τράβεν Τόρτσβαν.
Άλλες δημοσιογραφικές έρευνες αποκάλυψαν ότι είχε κι ένα τέταρτο όνομα: Ρετ Μαρούτ, ένας αναρχικός συγγραφέας που είχε εξαφανιστεί στο Μεξικό το 1923. Τα στοιχεία λοιπόν ταίριαζαν. Ο Κρόουβς πέθανε το 1969, λίγα χρόνια αφού παντρεύτηκε τη συνεργάτιδά του Ρόσα Ελένα Λουχάν. Ένα μήνα μετά το θάνατό του, η χήρα επιβεβαίωσε ότι ο Μπ. Τράβεν ήταν ο Ρετ Μαρούτ.
Συγγραφέας ακατάδεχτος με το παραπάνω, ο Τράβεν χρησιμοποίησε, τόσο στη μυθοπλασία όσο και στην πραγματικότητα, μια μνημειώδη ποικιλία ονομάτων για να καλύψει το πραγματικό του: Τράβεν Τόρσβαν, Άρνολντς, Τρέιβς Τόρσβαν, Μπάρκερ, Τράβεν Τόρσβαν Τόρσβαν, Μπέρικ Τράβεν, Τράβεν Τόρσβνα Κρόουβς, Μπ. Τ. Τόρσβαν, Ρετ Μαρούτ, Ρεξ Μαρούτ, Ρόμπερτ Μαρούτ, Τράβεν Ρόμπερτ Μαρούτ, Φρεντ Μαρέθ, Ρεντ Μαρούτ, Ρίτσαρντ Μόρχατ, Άλμπερτ Ότο Μαξ Βίνεκε, Άντολφ Ρούντολφ Φάιγκε Κράους, Μαρτίνες, Φρεντ Γκοντέ, Ότο Βίνκε, Λένγκερ, Γκετς Οχλί, Άντον Ρίντερσντετ, Ρόμπερτ Μπεκ-Γκραν, Άρθουρ Τέρλελμ, Βίχελμ Σάιντερ, Χάινριχ Ότο Μπέικερ και Ότο Τόρσβαν.
Είχε λιγότερες εθνικότητες απ’ ότι ονόματα, αλλά ούτε και σ’ αυτό το θέμα έδειξε φειδώ. Είπε ότι ήταν Άγγλος, Νικαραγουανός, Κροάτης, Αυστριακός, Αμερικανός, Λιθουανός και Σουηδός.
Ένας από αυτούς που επιχείρησαν να γράψουν τη βιογραφία του, ο Τζόνα Ράσκιν, κόντεψε να τρελαθεί στην προσπάθεια. Στηρίχτηκε από την πρώτη στιγμή στη συνεργασία της Ρόσα Ελένα Λουχάν, όμως γρήγορα άρχισε να καταλαβαίνει ότι ούτε και η χήρα ήξερε ακριβώς ποιος στο διάολο ήταν ο Τράβεν. Μια προγονή του, επιπλέον, συνέβαλε στο να τον μπερδέψει ολωσδιόλου διαβεβαιώνοντάς τον ότι θυμόταν να είχε δει τον πατέρα της να μιλάει με τον κύριο Χαλ Κρόουβς.
Ο Τζόνα Ράσκιν κατέληξε να εγκαταλείψει την ιδέα της βιογραφίας και στο τέλος έγραψε την ιστορία της ανώφελης αναζήτησης του πραγματικού ονόματος του Τράβεν, την παραληρηματική και μυθιστορηματική ιστορία. Ο Ράσκιν προτίμησε να εγκαταλείψει τις έρυενες, όταν συνειδητοποίησε ότι διακινδύνευε την πνευματική του υγεία. Είχε αρχίσει να ντύνεται με τα ρούχα του Τράβεν, φορούσε τα γυαλιά του, ήθελε να τον φωνάζουν Χαλ Κρόουβς…
Ο Μπ. Τράβεν, ο πιο κρυμμένος από τους κρυμμένους συγγραφείς, μου θυμίζει τον πρωταγωνιστή του έργου Ο άνθρωπος που τον έλεγαν Πέμπτη, του Τσέστερτον. Στο μυθιστόρημα αυτό γίνεται λόγος για μια μεγάλη και επικίνδυνη συνομωσία όπου συμμετέχει στην πραγματικότητα ένας μόνο άνθρωπος ο οποίος, όπως λέει ο Μπόρχες, εξαπατά όλο τον κόσμο «χρησιμοποιώντας γένια, μάσκες και ψευδώνυμα».
………………………………………………………………..
Μέσα από το βιβλίο του Ενρίκε Βίλα-Μάτας, Μπάρτλεμπυ & Σία, μετάφραση: Αμαλία Καψάλα, Φωτεινή Τζούλα, Ελεάνα Τσόκα, Παναγιώτης Φάββας, Δανάη Φέρρη, εκδόσεις Καστανιώτη.
…………………………………………………………………
Κι εδώ ένα ντοκιμαντέρ - που γυρίστηκε το 1978 - για το ποιος ήταν τελικά ο Μπ. Τράβεν. 




«Και παντού όπου υπάρχει θάλασσα, τα πλοία πλέουν ενώ δεν υπάρχουν παντού δρόμοι για τους περιπλανώμενους αλήτες».

Μπ. Τράβεν, Το πλοίο των νεκρών, μετάφραση: Κώστας Σκορδύλης, εκδόσεις  Αλεξάνδρεια

Ένας Αναρχικός

Αλλά, συνέβη κάτι ασυνήθιστο. Από κάτι που είπαν οι ξένοι, το κέφι του έπεσε. Ιδέες μελαγχολικές – des idees noires – χύμηξαν στο μυαλό του. Όλος ο κόσμος έξω από το καφέ, του εμφανίστηκε σαν ένας κακόβουλος τόπος, όπου πλήθος φτωχοί, δυστυχισμένοι ήσαν αναγκασμένοι να δουλεύουν σαν σκλάβοι, με μόνο αποτέλεσμα λίγα άτομα να κυκλοφορούν με τις άμαξες και να ζουν άσωτα σε παλάτια. Ντράπηκε για την ευτυχία του. Ο οίκτος για τη σκληρή μοίρα του ανθρώπινου είδους, έκανε τη καρδιά του να μαραζώσει. Με φωνή πνιγμένη από λύπη, προσπάθησε να εκφράσει αυτά τα συναισθήματα. Του φαινόταν, ότι πότε έκλαιγε και πότε έβριζε.
Οι δυο καινούργιες γνωριμίες του βιάστηκαν να χειροκροτήσουν την ανθρωπιστική περιφρόνησή του. Μάλιστα! Το μέγεθος της αδικίας στον κόσμο ήταν αληθινά σκανδαλώδες. Μόνο ένας τρόπος υπήρχε για να τα βγάλει κανείς πέρα με τη διεφθαρμένη κατάσταση της κοινωνίας. Να γκρεμίσει ολόκληρο το sacree boutique (ιερό – απαραβίαστο μαγαζί). Να τινάξει στον αέρα όλο το ανήθικο παραμύθι.
Τα κεφάλια τους αιωρούνταν πάνω από το τραπέζι. Του ψιθύριζαν λόγια ενθαρρυντικά δεν νομίζω ότι περίμεναν ακριβώς αυτό το αποτέλεσμα. Ήταν εντελώς μεθυσμένος – εξωφρενικά μεθυσμένος. Με ένα γρύλισμα οργής, πήδησε ξαφνικά πάνω στο τραπέζι. Κλωτσώντας πέρα τα μπουκάλια και τα ποτήρια, ούρλιαξε: «Vive l’ anarchie! Θάνατος στους καπιταλιστές!». Φώναζε αυτή τη φράση ακατάπαυστα. Ολόγυρά του, έπεφταν σπασμένα μπουκάλια, καρέκλες εκτινάσσονταν στον αέρα, άνθρωποι άρπαζαν ο ένας τον άλλον από το λαιμό. Η αστυνομία έκανε ντου. Χτυπιόταν, δάγκωνε, έγδερνε και πάλευε, ώσπου του κατέβασαν κάτι με δύναμη στο κεφάλι…
Βρήκε τις αισθήσεις του σε ένα κελί της αστυνομίας, κατηγορούμενος για επίθεση, στασιαστικά συνθήματα, και αναρχική προπαγάνδα.

Την ώρα που στεκόταν έξω στο δρόμο, ανήσυχος και ταραγμένος, τον πλεύρισε ένας μεσόκοπος άντρας που του συστήθηκε και εκείνος ως μονταδόρος μηχανικός. «Ξέρω ποιος είσαι», του είπε. «Έχω παρακολουθήσει τη δίκη σου. Είσαι εντάξει σύντροφος, και οι ιδέες σου είναι ακέραιες. Αλλά, ο διάολος να πάρει, δεν θα μπορέσεις να βρεις δουλειά πουθενά πια. Αυτοί οι μπουρζουάδες θα συνωμοτήσουν για να πεθάνεις της πείνας. Έτσι κάνουν αυτοί. Μην περιμένεις έλεος από τους πλούσιους».  

«Όχι,!», φώναξε. «Ήταν ένας βίος αβίωτος!». Να με παρακολουθεί η αστυνομία, να με παρακολουθούν οι σύντροφοι, δεν άνηκα πια στον εαυτό μου! Τι να σας πω, ούτε ανάλυψη μερικών φράγκων από τις καταθέσεις μου στην τράπεζα δεν μπορούσα να κάνω, χωρίς να έχει στήσει καρτέρι στην πόρτα της τράπεζας κάποιος σύντροφος για να δει μπας και το σκάσω! Και οι περισσότεροι δεν ήσαν, ποιος λίγο, ποιος πολύ, παρά λωποδύτες. Οι έξυπνοι, εννοείται. Λήστευαν τους πλούσιους, έλεγαν ότι έπαιρναν πίσω αυτά που τους άνηκαν. Όταν είχα κατεβάσει μερικά ποτήρια, τους πίστευα. Υπήρχαν, επίσης, οι ανόητοι και οι τρελοί. Des exaltes – quoi! (οι ενθουσιώδεις – πως είπατε;). Όταν ήμουν πιωμένος, τους αγαπούσα. Όταν έπινα κι άλλο, θύμωνα με τον κόσμο. Αυτή ήταν η καλύτερη φάση. Έβρισκα καταφύγιο από τη μιζέρια στην οργή. Αλλά δεν γίνεται να είναι κανείς συνέχεια μεθυσμένος – n’est-ce pas, monsieur; Και όταν ήμουν νηφάλιος, φοβόμουν να ξεκόψω. Θα με σουβλίζανε σαν γουρούνι».

Σύντροφε! Monsieur! Αχ, τι ωραία λέξη! Και εκείνοι οι δυο, τέτοιοι που ήσαν, την έκαναν καταραμένη. Τους κοίταξα. Θυμόμουν τα ψέματά τους, τις υποσχέσεις τους, τις απειλές τους, και όλες τις μέρες της δυστυχίας μου. Γιατί δεν με είχαν αφήσει στην ησυχία μου, όταν δραπέτευσα από τη φυλακή; Τους κοίταξα, και σκέφτηκα ότι όσο ζούσαν δεν θα ήμουν ποτέ ελεύθερος. Ποτέ. Ούτε εγώ, ούτε άλλοι σαν κι εμένα, με ζεστή καρδιά και αδύναμο μυαλό. Γιατί, το ξέρω, monsieur, δεν έχω γερό μυαλό. Ένας μαύρος θυμός με είχε πλακώσει – ο θυμός του απόλυτου εθισμού – αλλά, όχι στην κοινωνική δικαιοσύνη. Α, όχι!
«Πρέπει να ζήσω ελεύθερος!», φώναξα, σαν λυσσασμένος.
«Vive la liberte!», ουρλιάζει εκείνος ο ρουφιάνος, ο Μαφίλ. «Mort aux bourgeois, που μας έστειλαν στην Καγιέν! Δεν θα αργήσουν να καταλάβουν ότι είμαστε λεύτεροι».
Ο ουρανός, η θάλασσα, ο ορίζοντας, είχαν γίνει κόκκινοι, κόκκινοι στο χρώμα του αίματος, ένα γύρω στη βάρκα. Τα μηνίγγια μου χτυπούσαν τόσο δυνατά, που απορούσα πως δεν τα άκουγαν. Πως κι έτσι; Πως γινόταν και δεν καταλάβαιναν;
Άκουσα τον Σιμόν να ρωτάει: «Δεν κάναμε πια αρκετό κουπί;»
«Ναι, αρκετά», είπα. Τον λυπόμουν αυτόν, τον άλλον ήταν που μισούσα. Σήκωσε τα κουπιά, αφήνοντας έναν δυνατό αναστεναγμό, και καθώς ύψωνε το χέρι να σκουπίσει το μέτωπό του, με το ύφος ανθρώπου που έχει τελειώσει τη δουλειά του, τράβηξα τη σκανδάλη και τον πυροβόλησα, ίσια στην καρδιά, από το γόνατο, όπως ήμουν καθισμένος.
Σωριάστηκε κάτω, με το κεφάλι του κρεμασμένο έξω από το πλευρό της βάρκας. Δεν του έριξα δεύτερη ματιά. Ο άλλος άφησε μια διαπεραστική κραυγή. Μια, μόνο, κραυγή φρίκης. Ύστερα όλα έμειναν ακίνητα.
Γλίστρησε από τον πάγκο, και γονατίζοντας, σήκωσε τα δεμένα χέρια του μπροστά στο πρόσωπό του, σε μια στάση ικεσίας.
«Έλεος», ψιθύρισε, σβησμένα. «Λυπήσου με! – σύντροφε».
«Αχ, σύντροφε», είπα, με χαμηλή φωνή. «Ναι, βέβαια, σύντροφε. Καλά, εμπρός, φώναξε Vive l’ anarchie».
Τίναξε ψηλά τα χέρια του, το πρόσωπο στραμμένο στον ουρανό και το στόμα ορθάνοιχτο σε ένα ουρλιαχτό απελπισίας, «Vive l’ anarchie! Vive…»
Σωριάστηκε, με μια σφαίρα στο κεφάλι.
Τους έριξα και τους δυο έξω από τη βάρκα. Πέταξα μακριά και το περίστροφο. Μετά κάθισα να ηρεμήσω. Επιτέλους, ήμουν ελεύθερος! Επιτέλους.
………………………………………………………..

Αποσπάσματα μέσα από το βιβλίο του Τζόζεφ Κόνραντ, Ένας Αναρχικός
Μετάφραση: Σπάρτη Γεροδήμου, εκδόσεις Ερατώ
Η ζωγραφιά είναι του Thornton Oakley και μέσα από το Harper's Monthly Magazine τεύχος 113, Ιούνιος – Νοέμβρης 1906 όπου και πρωτοδημοσιεύθηκε ο Αναρχικός.

Ρώτα τον Γιάκομπ Φον Γκούντεν

Μπήκαμε σε μια μικρή, ήσυχη ταβέρνα και συζητήσαμε, «Μείνε απλώς αυτός που είσαι αδερφέ» είπε ο Γιόχαν. «Ξεκίνα από πολύ χαμηλά, είναι το καλύτερο. Αν χρειαστείς βοήθεια…» - έκανα μια ανάλαφρη, αρνητική κίνηση με το χέρι. Εκείνος συνέχισε: «Να ξέρεις πως δεν αξίζει πια να ζει κανείς σ’ αυτό που ονομάζουμε υψηλή κοινωνία. Κατάλαβέ με σωστά, αγαπητέ μου αδελφέ». Έγνεψα ζωηρά, γιατί καταλάβαινα κιόλας τι ήθελε να μου πει, αλλά τον παρακάλεσα να συνεχίσει κι εκείνος είπε: «Είναι παράξενο το κλίμα εκεί ψηλά. Όλοι έχουν την αίσθηση ότι πέτυχαν αρκετά πράγματα στη ζωή τους, κι αυτό είναι κάτι που παραλύει και εμποδίζει κάθε δραστηριότητα. Ελπίζω πως δεν με καταλαβαίνεις απόλυτα, αδερφέ, γιατί αν με καταλαβαίνεις τότε είσαι στ’ αλήθεια φρικτός». Γελάσαμε. Τι ωραίο πράγμα να γελάς παρέα με τον αδερφό σου. Εκείνος συνέχισε: «Τώρα είσαι, τρόπος του λέγειν, ένα μηδενικό, αδελφούλη μου. Αλλά σ’ αυτή την ηλικία είναι προτιμότερο να είσαι μηδενικό, γιατί τίποτα δεν βλάπτει τόσο πολύ όσο το να γίνεις κάποιος πριν την ώρα σου. Εσύ θεωρείς ασφαλώς πως είσαι κάτι. Μπράβο σου! Υπέροχα. Αλλά για τον υπόλοιπο κόσμο δεν είσαι τίποτα, ακόμα κι αυτό είναι σχεδόν εξίσου υπέροχο. Εξακολουθώ να ελπίζω ότι δεν με καταλαβαίνεις απόλυτα, γιατί αν με καταλάβαινες…». «Ξέρω θα ήμουν φρικτός» τον διέκοψα. Γελάσαμε πάλι. Είχε πολύ πλάκα. Μια παράξενη φλόγα άρχισε να αποκτά μέσα μου ζωή. Τα μάτια μου έκαιγαν. Μ’ αρέσει πολύ όταν νιώθω κάτι να με πυρπολεί. Το κεφάλι μου γίνεται τότε κατακόκκινο. Και σκέψεις γεμάτες καθαρότητα και μεγαλείο με κατακλύζουν. Ο Γιόχαν συνέχισε λέγοντας τα εξής: «Σε παρακαλώ, αδελφέ, μη με διακόπτεις όλη την ώρα. Το κουτό νεανικό σου γέλιο έχει κάτι που σκοτώνει τις σκέψεις. Άκου! Δώσε βάση σ’ αυτά που σου λέω, μπορεί κάποια μέρα να σου φανούν χρήσιμα. Προπάντων μη νιώθεις ποτέ σαν απόβλητος. Αυτό που ονομάζουμε περιθώριο, αδελφέ, δεν υφίσταται καν, γιατί σε τούτο τον κόσμο ίσως να μην υπάρχει τίποτα που να αξίζει στ’ αλήθεια να κατακτήσεις. Παρ’ όλα αυτά πρέπει να έχεις στόχους και μάλιστα να τους κυνηγάς με πάθος. Αλλά για να μην τρέφεις υπέρμετρες φιλοδοξίες, βάλ’ το καλά στο μυαλό σου: δεν υπάρχει τίποτα που να αξίζει τους κόπους σου. Όλα είναι σάπια. Το καταλαβαίνεις αυτό; Εξακολουθώ να ελπίζω ότι δεν με καταλαβαίνεις απόλυτα. Ανησυχώ για σένα». Εγώ είπα: «Δυστυχώς παραείμαι έξυπνος κι έτσι δεν υπάρχει περίπτωση να παρανοήσω τα λόγια σου, όπως ελπίζεις, αλλά μην ανησυχείς. Δεν με τρομάζουν καθόλου οι αποκαλύψεις σου». Χαμογελάσαμε ο ένας στον άλλον. Έπειτα παραγγείλαμε κι άλλα ποτά και ο Γιόχαν, που σημειωτέων, ήταν πολύ κομψά ντυμένος, συνέχισε να μιλά: «Θα μου πεις βέβαια ότι ο κόσμος συνέχεια προοδεύει, ωστόσο αυτό δεν αποτελεί παρά ένα από τα πάμπολλα ψέματα που διαδίδουν οι επιχειρηματίες για να μπορούν να αρμέγουν τον κοσμάκη πιο άγρια και πιο αμείλικτα. Η μάζα είναι ο σκλάβος της μεγαλειώδους μαζικής σκέψης. Δεν υπάρχει τίποτα όμορφο, τίποτα εξαιρετικό πλέον. Γι’ αυτό πρέπει να ονειρεύεσαι την ομορφιά, την καλοσύνη, την δικαιοσύνη. Πες μου, ξέρεις να ονειρεύεσαι;». Αρκέστηκα να γνέψω δυο φορές με το κεφάλι και άφησαν τον Γιόχαν να συνεχίσει, ακούγοντάς τον με τεντωμένα αυτιά: «Προσπάθησε να βρεις τρόπο να κερδίσεις λεφτά, πάρα πολλά λεφτά. Το χρήμα δεν έχει φθαρεί ακόμα όπως όλα τ’ άλλα. Τα πάντα, τα πάντα είναι παρηκμασμένα, διχασμένα, απογυμνωμένα από τη χάρη και τη μεγαλοπρέπειά τους. Οι πόλεις μας χάνονται αναπότρεπτα από προσώπου γης, τσιμεντένια κουτιά καταλαμβάνουν το χώρο όπου δέσποζαν κάποτε σπίτια και παλάτια. Το πιάνο, αγαπητέ μου αδελφέ, και το αναπόφευκτο φαλτσάρισμά του! Η μουσική και το θέατρο καταποντίζονται σκαλί σκαλί ολοένα βαθύτερα. Υπάρχει βέβαια ένα τμήμα της κοινωνίας που δίνει ακόμα τον τόνο, αλλά έχει χάσει πια την ικανότητα να παράγει ήχους της εντιμότητας και της υψηλής αισθητικής. Υπάρχουν βιβλία… Με δυο λόγια, μη χάνεις ποτέ το θάρρος σου. Μείνει φτωχός και καταφρονεμένος, καλέ μου φίλε. Διώξε μακριά ακόμα και τις σκέψεις για χρήματα. Είναι ωραίο και θριαμβευτικό να είσαι φτωχαδάκι. Οι λεφτάδες, Γιάκομπ, είναι οι πιο ανικανοποίητοι και οι πιο δυστυχείς. Οι πλούσιοι της εποχής μας δεν έχουν τίποτα πια. Πεθαίνουν της πείνας». Έγνεψα πάλι ότι συμφωνώ. Αλήθεια είναι, συμφωνώ αμέσως σε όλα. Μου άρεσαν βέβαια και με έβρισκαν σύμφωνο αυτά που έλεγε ο Γιόχαν. Διέκρινα περηφάνια στα λόγια του, περηφάνια και θλίψη. Ε, λοιπόν η περηφάνια και η θλίψη μαζί κάνουν πάντα έναν υπέροχο συνδυασμό. Παραγγείλαμε άλλη μια μπίρα και ο συνομιλητής μου είπε: «Πρέπει να ελπίζεις και ταυτόχρονα να μην ελπίζεις σε τίποτα. Σήκωσε το βλέμμα σου σε κάτι ανώτερο σου, αυτό είναι το σωστό, γιατί είσαι νέος, Γιάκομπ, ξεδιάντροπα νέος, αλλά μη λησμονάς ποτέ να περιφρονείς ότι βλέπεις ψηλότερά σου γεμάτος σεβασμό. Γνέφεις πάλι ότι συμφωνείς; Διάολε, είσαι τόσο βολικός ακροατής. Είσαι ένα δέντρο κατάφορτο με κατανόηση. Να είσαι ευχαριστημένος αδερφέ, να κοπιάζεις και να μαθαίνεις, να κάνεις το καλό στο συνάνθρωπό σου όταν μπορείς. Έλα πρέπει να πηγαίνω. Πες μου, πότε θα ξανανταμώσουμε; Μ’ ενδιαφέρεις πολύ, για να είμαι ειλικρινής». Βγήκαμε έξω κι εκεί στο δρόμο αποχαιρετηθήκαμε. Κοίταζα ώρα πολλή τον αγαπημένο μου αδελφό. Ναι, είναι ο αδελφός μου. Πόσο χαίρομαι.

Απόσπασμα μέσα από το βιβλίο, «Γιάκομπ Φον Γκούντεν» του Ρόμπερτ Βάλζερ, σε μετάφραση Βασίλη Πατέρα και από τις εκδόσεις Ροές.
Σκίτσο ανάρτησης: Ο Ρόμπερτ Βάλζερ από τον Κρίστοφερ Φίσερ.

Στο «Ρώτα τον Άνεμο» της περασμένης Κυριακής και για μία ώρα κάναμε ένα αφιέρωμα στο συγκεκριμένο βιβλίο.

Ιδού το αποτέλεσμα μέσα από μια σχολή για υπηρέτες…

Ρώτα τον Σαμφόρ

«Η κοινωνία σκληραίνει την καρδιά των περισσότερων ανθρώπων. Όσοι όμως από φυσικού τους δεν μπορούν να σκληρύνουν τόσο, υποχρεώνονται να δημιουργήσουν για τον εαυτό τους ένα είδος φτιαχτής αναισθησίας, έτσι ώστε να μην τους πιάνουν κορόιδο ούτε οι άνδρες ούτε οι γυναίκες. Τo αίσθημα που αποκομίζει ένας έντιμος άνθρωπος όταν έχει παραδοθεί μερικές μέρες στην κοινωνία, είναι συνήθως οδύνη και θλίψη. Και το μόνο όφελος είναι ότι νιώθει κανείς ευχαρίστηση όταν αποτραβιέται στην άκρη του.»

Τάδε έφη Νικολά Σαμφόρ. Στο μεταμεσονύκτιο Κυριακάτικο «Ρώτα τον Άνεμο», (26/11) και στο clipart radio, κάναμε ένα αφιέρωμα στο βιβλίο: Σαμφόρ / Επιλογή από το έργο του, μετάφραση: Παναγιώτης Κονδύλης, εκδόσεις: Στιγμή.

Ιδού το αποτέλεσμα μέσα από έναν αποτυχημένο πυροβολισμό.


Επειδή...


Ο Σαμφόρ οδήγησε το Όχι τόσο μακριά, ώστε την ημέρα που κατάλαβε ότι η Γαλλική Επανάσταση – της οποίας υπήρξε αρχικά ενθουσιώδης οπαδός – τον είχε καταδικάσει, έριξε έναν πυροβολισμό που του έσπασε τη μύτη και του άδειασε το δεξί μάτι. Ζωντανός ακόμα, επέμεινε στο έργο του, έκοψε το λαιμό του με ένα σουγιά και ξέσκισε τις σάρκες του. Βουτηγμένος στο αίμα, σκάλισε το στήθος του με το όπλο και τέλος, αφού άνοιξε τις αρθρώσεις των γονάτων του και τους καρπούς του, ξεψύχησε μέσα σε μια πραγματική λίμνη αίματος.
Όμως, όπως έχει ήδη ειπωθεί, όλα αυτά δεν ήταν τίποτα συγκρινόμενα με την άγρια αποσύνθεση του πνεύματός του.
«Γιατί δεν δημοσιεύετε;» είχε ρωτήσει τον ίδιο του τον εαυτό, λίγους μήνες νωρίτερα, στο σύντομο κείμενό του, Προϊόντα του τελειοποιημένου πολιτισμού.
Ανάμεσα στις πολυάριθμες απαντήσεις του, επέλεξα τις εξής:
Επειδή μου φαίνεται ότι το κοινό διαθέτει το άκρων άωτον του κακού γούστου και το ζήλο για τη σπίλωση.
Επειδή επιμένουμε να εργαζόμαστε για τον ίδιο λόγο που, όταν ζυγώνουμε στο παράθυρο, επιθυμούμε να δούμε να περνάνε από το δρόμο μαϊμούδες και αρκουδιάρηδες.
Επειδή φοβάμαι να πεθάνω χωρίς να έχω ζήσει.
Επειδή όσο περισσότερο ξεθωριάζει η λογοτεχνική μου ταμπέλα τόσο πιο ευτυχισμένος αισθάνομαι.
Επειδή δεν θέλω να κάνω το ίδιο με τους ανθρώπους των γραμμάτων, που μοιάζουν με γαϊδούρια, καθώς κλοτσούν και τσακώνονται μπροστά στο άδειο παχνί τους.
Επειδή το κοινό δεν ενδιαφέρεται πλέον για τις επιτυχίες που δεν εκτιμάει.


Απόσπασμα μέσα από το βιβλίο του Ενρίκε Βίλα – Μάτας, «Μπάρτλεμπυ & Σία», εκδόσεις Καστανιώτη.
Φώτο ο Νικολά Σαμφόρ.
…………………………………………………………
Στο μεταμεσονύκτιο Κυριακάτικο «Ρώτα τον Άνεμο», (19/11) και στο clipart radio, κάναμε ένα αφιέρωμα στο βιβλίο του Ενρίκε Βίλα – Μάτας, Μπάρτλεμπυ & Σία, διαβάζοντας μερικά αποσπάσματα - όπως το παραπάνω - για τους συγγραφείς του Όχι, τους συγγραφείς της άρνησης, τους συγγραφείς που ο καθένας για τον δικό του λόγο σταμάτησαν να γράφουν ή έστησαν την «εξαφάνισή» τους. Ένα βιβλίο που καλό θα ήταν να διαβάσουν διάφοροι επίδοξοι συγγραφείς εκεί έξω.

Ιδού το αποτέλεσμα μέσα από μια παρατημένη γραφομηχανή.


Missing my Son

Ήμουν στην ουρά του ταμείου στο σουπερμάρκετ τις προάλλες και… ξέρετε, είχα βάλει τα πράγματά μου στη μεταφορική ταινία του ταμείου και… να… ήταν μια τύπισσα εκεί, μπροστά μου, που… με κοίταζε επίμονα, σε σημείο που από αμηχανία άρχισα να κοιτάω αλλού, αλλά αυτή εκεί, επέμενε να κοιτάει… Τελικά, πλησιάζει προς το μέρος μου και μου λέει: «Συγνώμη που σε κοίταζα επίμονα, θα πρέπει να ήταν ενοχλητικό… Απλώς εσύ… να… μοιάζεις τόσο πολύ με το γιο μου που πέθανε. Τόσο πολύ… Δεν μπορώ να πάρω τα μάτια μου από πάνω σου…». Κι ανοίγει το πορτοφόλι της και βγάζει μια φωτογραφία του πεθαμένου γιού της. Και εεε… δε μου μοιάζει καθόλου, ούτε κατά διάνοια… Για την ακρίβεια είναι… ε… Κινέζος. Τέλος πάντων… Κουβεντιάσαμε λιγάκι και εεε… μου λέει: «Συγνώμη, να σε ρωτήσω κάτι; Θα σε πείραζε καθώς θα φεύγω τώρα από το σουπερμάρκετ να με χαιρετήσεις και να μου πεις «γειά σου μαμά;». Ξέρω πως είναι παράξενο να σου ζητάω κάτι τέτοιο, μα πάει τόσος καιρός που έχω να ακούσω τον γιο μου να μου λέει: «γειά σου μαμά» και «θα τα πούμε»… Δεν ξέρεις τι θα σήμαινε αυτό για μένα… Γι’ αυτό αν δεν σε πειράζει…». Και λέω: «Ε, λοιπόν, τι να πω;… Εντάξει… βέβαια… Μπορώ να το πω αυτό…». Παίρνει λοιπόν όλες τις τσάντες με τα ψώνια της από το ταμείο και καθώς φτάνει στην πόρτα, με χαιρετάει και μου φωνάζει δυνατά: «Γεια σου παιδί μου!». Την κοιτάω και τη χαιρετάω κι εγώ, και απαντάω: «Γεια σου, μαμά». Και φεύγει. Φτάνω κι εγώ στην ταμία με τα λιγοστά μου πράγματα… και τα χτυπάει στη μηχανή και μου δίνει την απόδειξη λέγοντας: «Σύνολο 479 δολάρια κύριε». «Μα τι λέτε;» λέω, «πως είναι δυνατόν; Δείτε, έχω αυτήν την κονσέρβα τόνο, ένα μπουκάλι γάλα, μια μουστάρδα κι ένα ψωμί». «Ναι» μου απαντάει, «αλλά είναι και τα ψώνια της μητέρας σας στο λογαριασμό. Μου ‘πε ότι θα πληρώσετε εσείς για όλα…». Και λέω: «Για μισό λεπτό, δεν είναι μητέρα μου αυτή». Και μου λέει: «Το λέτε κύριε; Την άκουσα πολύ καλά να λέει φεύγοντας «γεια σου παιδί μου». Κι εσείς να της λέτε «γειά σου μαμά». Τι θέλετε να πείτε τώρα;». «Θεέ και Κύριε» λέω. Και τη βλέπω έξω στο πάρκινγκ να μπαίνει στο αυτοκίνητό της. Και τρέχω. Έκλεινε την πόρτα τη στιγμή εκείνη και μόνο το πόδι της εξείχε. Και την πιάνω από το πόδι κι αρχίζω να τραβάω… Μα αντιστεκόταν, τράβαγε και κι αυτή με δύναμη. Α, το δούλευε καλά εκείνο το πόδι… Τόσο καλά… όσο δουλεύω εγώ εσάς…

Μετάφραση: Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης

Μέσα από το περιοδικό «Ο Φαρφουλάς», τεύχος 17 Μάιος 2014 και το αφιέρωμα στην «Αλητεία».



From Her to Eternity

Νύχτα αιώνια στων περιττωμάτων τον υπόνομο, στην εξορία του οπτικού καταρράκτη. Σώμα λεπρό, ω, σώμα λεπρό. Μοιάζεις με λευκό πανί σημαίας. Εγώ παραδίδομαι. Ο Θεός δεν συλλαμβάνει αιχμαλώτους. Εγώ εξαιρούμαι.
Απορροφούμε την εικόνα, το εκθαμβωτικό σχήμα του σώματος που είναι και θα εξακολουθήσει να είναι η πηγή της ζωής, ο φυγόκεντρος άξονας των εντυπώσεών μας. [‘Achtung!’ – σβησμένο.] Αλληθωρίζουμε. Συστρέφουμε το βιδωτό βλέμμα μας, όμως είναι ένας ετοιμοθάνατος, ετοιμοθάνατος ήλιος που σκεπάζει με μια κουβέρτα το στίγμα των εικασιών μας και μετατρέπει το λάκκο της λάσπης σε Πελώριο Χρυσαφένιο Δίσκο, στρογγυλό και επίπεδο. [‘squi’- σβ.] Ακολουθούμε την περίμετρο, ανασηκώνοντας τα μάτια από το κεντρικό μυστήριο μόνο και μόνο για να επιβεβαιώσουμε Πως Είμαστε Ακόμα σε Στέρεο Έδαφος. Είμαστε.
Ατμός υψώνεται σε σπείρες από τη φιγούρα. Μετά από μια ολόκληρη περιστροφή η φιγούρα δεν έχει κινηθεί. Το ένα οπτικό πεδίο ακολουθεί το άλλο με θελκτική κυκλική εναλλαγή. Φοβόμαστε μήπως μας προδώσουν τα μάτια μας, όπως έχει συμβεί τόσες φορές στο παρελθόν, οπότε αφομοιώνουμε τις πληροφορίες με μεγαλύτερη επιτακτικότητα. Ο χρυσός ήλιος βυθίζεται. Τα μυαλά μας τρέχουν ασταμάτητα. Απορροφούμε, ταξινομούμε, ερμηνεύουμε, οικοδομούμε. Τα κεφάλια μας πάλλονται με αρρωστημένη ποίηση. Η ομίχλη [‘hangs’- σβ.] παγιδεύεται κάτω από τη φυλλωσιά των δένδρων. Κρέμεται σε πέπλα. Κρέμεται σε πέπλα. Τα δένδρα και οι θάμνοι μοιάζουν ξαφνικά με νυφούλες λησμονημένες.
Το σκοτεινό ανάχωμα θα μυρίζει θάνατο, πριν από την αποστειρωμένη ανατολή. Πως το γνωρίζουμε αυτό; Γνωρίζουμε, τώρα, ότι ήταν ο θάνατος που έκλεψε τις κλαίουσες νύμφες, καθώς πίσω από τα πέπλα τους πέφτουν βαριά δάκρυα που στάζουν μέσα στο χρυσαφένιο δίσκο. Μια μπουκιά αφάγωτη στο κέντρο του δίσκου. Μπορείς οπουδήποτε να βρεις ένα πιθανό σύζηγο, όμως και το πιο καλό φαγητό σύντομα θα χαλάσει. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις η δεξίωση ήταν μεγαλοπρεπής. Αναγνωρίζουμε την χαλασμένη μπουκιά ως οστρακόδερμο, πιθανότατα μια γαρίδα. Τα μάτια μας πασχίζουν για περισσότερα στοιχεία. Ατμός υψώνεται σε σπείρες πάνωθέ της.
Βλέπουμε τα λυγισμένα του γόνατα να αγγίζουν το [‘sides’- σβ.] στήθος και πως κείτεται γυμνός στο ένα πλευρό, ξεχασμένος. Βλέπουμε την χλωμή πορτοκαλί λάμψη να διαχέεται μέσα από την ομίχλη καθώς συλλαμβάνει τις χάντρες της υγρασίας πάνω στο σώμα του. Από την περίμετρο το δέρμα του μοιάζει τετμημένο σαν το εξωτερικό κέλυφος ενός αστακού ή μιας γαρίδας. Κείτεται γυμνός [‘up’-σβ.] στο ένα του πλευρό. Ένα σαν κατράμι μαύρο μαργαριτάρι κοιτάζει ψηλά, παγωμένο. Υποθέτουμε πως είναι το νεκρικό του βλέμμα, μέχρι που με μια σχεδόν τενόντια σύσπαση στο πρόσωπο ή στο σώμα, μοιάζει να ικετεύει, τούτο το σαν κατράμι μαύρο μαργαριτάρι, να ικετεύει το θάνατο ενώ εμείς στέκουμε άναυδοι. Οι καρδιές μας σκιρτούν από συμπόνια. Από τα μάτια μας αναβλύζει η θλίψη και κυλάει ελεύθερη στα μάγουλά μας. Ανακατεύεται [‘freely’- σβ.] μ’ εκείνη των λησμονημένων νυμφών που δεν έχουν σταματήσει, ούτε για μια στιγμή. Απλώνουμε τα χέρια μας προς το μέρος του, μάταια όμως και παρόλο που είμαστε όλοι άντρες ψηλοί, δεν μπορούμε να τον φτάσουμε. Ακόμα παραμένει ακίνητος, όπως το μάτι του. Προσπαθούμε να του φωνάξουμε, μα δεν έχουμε ακόμα φωνή. Η ασφάλεια της γνώσης ότι είμαστε πολλοί και η ακατάσχετη τάση να βοηθήσουμε μας ωθούν να διασχίσουμε γενναία την περίμετρο. Όμως [‘ga’-σβ.] ευσεβείς πόθοι, τίποτα, ούτε καν τα γενναία μας βήματα δεν μπορούν να μετριάσουν τη λαιμαργία του αδηφάγου στομίου. Και να! Η μαύρη λάσπη ρουφά τα γυμνά από μπότες πόδια μας και μας αναγκάζει να κυλιστούμε προς τα πίσω, ειδάλλως θα μας καταπιεί ολόκληρους. Τρέμουμε στο σκοτάδι, ο ήλιος έχει πια χαθεί και μαζί του, η χρυσή λάμψη.
Ω χαμένος ο ήλιος. Στο σπίτι καρφωμένες οι Nancies μας ξαπλώνουν στη ζέστα, προσμένοντας. Ω χαμένη η λάμψη. Οι μπότες μας γέμισαν μαύρη λάσπη. Ολοένα τις ξύνουμε μα είναι κατεστραμμένες. Πώς να παρακολουθήσουμε τη δεξίωση με μια μουσκεμένη μπότα. Δεν μπορούμε. Αλίμονο, πρέπει ν’ αφήσουμε το χρυσό να θαμπώσει και το φαγητό να χαλάσει.
Το ξεχασμένο οστρακόδερμα σαπίζει ακαριαία, και παίρνει ένα καπνισμένο γκρίζο χρώμα. Η σήψη δουλεύει σαν καρκίνος από την κάτω πλευρά του μαυροπράσινου δίσκου. Μέσα σε λίγα λεπτά, σχεδόν η μισή μπουκιά έχει φαγωθεί. Εξαφανίζεται μπροστά στα μάτια μας. Μόνο το σαν κατράμι μαύρο μαργαριτάρι κοιτάζει ψηλά, ικετευτικά. Ένα σμήνος εντόμων επιτίθεται στα απομεινάρια του υπό εξαφάνιση περιγράμματός, ρουφώντας και κεντρίζοντας και κάνοντας το δέρμα του να ανθίσει με εξανθήματα και δαγκωνιές. Είμαστε ανίκανοι να βοηθήσουμε και κλίνουμε τις κεφαλές ως ένδειξη σεβασμού προς το μαρτύριό του. Ντροπιασμένοι ξανά από τα συναισθήματά μας καθώς δεν μπορούμε να συγκρατήσουμε ένα τελευταίο πικρό δάκρυ. Παίρνει το μέγεθος και το σχήμα ενός οβάλ μενταγιόν που ανοίγει για να αποκαλύψει την εικόνα ενός μικρού κοριτσιού. Το πρόσωπό της έχει μια απόκοσμη έκφραση, σαν κόρη αγία. Την αναγνωρίζουμε σαν μια από εμάς μα δεν μπορούμε για την ώρα να την διακρίνουμε καθαρά. Το μενταγιόν πέφτει και βουλιάζει. Προσπαθούμε να το ανακτήσουμε όπως γαντζώνεται κανείς από το φάντασμα μιας παλιάς αγαπημένης. Χάθηκε, στη θέση του η αντανάκλασή μας ολοένα ξεκαθαρίζει καθώς η λάσπη καταλαγιάζει. Ανατριχιάζουμε από φρίκη. Τα πρόσωπά μας παγώνουν για μια στιγμή πάνω στην επιφάνεια. Σφιχτά και πρησμένα από το αίμα τα πρόσωπά μας, τα μάτια μας σμιχτά και γεμάτα μίσος. Τα στόματά μας παραμορφωμένα από γκριμάτσες οργής. Τα μελανά ανοιχτά χείλη μας σχηματίζουν αισχρότητες ανάμεσα στον κίτρινο αφρό. Το σάλιο ρέει ελεύθερα και τα μαλλιά μας κόλλησαν από τη βρώμα και τα περιττώματα των ζώων. Στις γροθιές μας, οι αρθρώσεις λευκές, βρίσκονται κάθε είδους πρόχειρα όπλα, ψαλίδες, αξίνες, ρόπαλα, κομμάτια σκοινί, κουζινομάχαιρα και χαντζάρια που τα ανεμίζουμε άτακτα πάνω απ’ τα κεφάλια.
Η νύχτα απλώνει τη μπέρτα της κι ο λάκκος γίνεται πιο μαύρος κι απ’ το θάνατο. Άγρια θηρία ουρλιάζουν σαν ξωτικά σε νυχτέρι. Ψάχνουμε ψηλαφιστά για μικρούς θάμνους. Τους ξεριζώνουμε. Μουσκεύουμε τα φύλλα τους με βενζίνη και τα αναφλέγουμε. Τα κρατάμε με τεντωμένα χέρια προς το κέντρο φτιάχνοντας ένα κύκλο φωτιάς. Μαύρος καπνός υψώνεται και παγιδεύεται κάτω από τις φυλλωσιές των δένδρων. Ο καπνός κρέμεται σε πέπλα. Τα δένδρα μοιάζουν ξαφνικά με μάνες θρηνούσες. Τα πρόσωπα τους είναι σκληρά σαν πέτρα χωρίς δάκρυα. Αυτό που τους έκλεψε το γάμο, αυτό που τους άρπαξε το μοναχοπαίδι, πρέπει να πάρει απόψε έναν τελευταίο άντρα. Μα ποιον; Ο τροχός της νύχτας στενεύει καθώς το φως της φωτιάς κινείται πάνω στην επιφάνεια και προς το κέντρο. Μόνο το κεφάλι του απομένει και το μάτι του που δεν ικετεύει πλέον, όχι. Τώρα, ‘κείνο το μαύρο κάρβουνο μας χλευάζει όλους. Θυμόμαστε την αγία κόρη. Σπρώχνουμε τα δάχτυλά μας μέσα από τις τρύπες του μικρού κόκκινου φορέματος που βρίσκεται στα χέρια μας, μιαρό και ματωμένο. Η τερατώδης κοροϊδία μας εξοργίζει μα δεν βγάζουμε ήχο. Οι θρηνούσες μάνες χτυπιούνται και οδύρονται και σκίζουν τα πένθιμα πέπλα από τα πρόσωπά τους. Και καθώς όλη η οργή και η εκδίκηση επιτέλους εστιάζεται, νιώθουμε πως πρέπει να στρωθούμε γρήγορα στη δουλειά. Η ζωή του είναι δική μας. Είναι μια ένδοξη στιγμή. Δεν μπορούμε να τη στερηθούμε. Είναι ζήτημα δευτερολέπτων μέχρι να εξαφανιστεί. Ο θάνατος δεν θα μας ξεγελάσει ξανά. Πρέπει να στρωθούμε γρήγορα στη δουλειά. Πρέπει να δουλέψουμε γοργά και σκληρά κείνο το σαν κατράμι μαύρο μαργαριτάρι.

FINISH
NICK CAVE


Το κείμενο περιέχεται στο ένθετο του LP, ‘From Her to Eternity’, (Mute 1984).

Η μετάφραση είναι αγνώστου μιας και δεν αναγράφεται πουθενά ποιος την έκανε στο αφιερωματικό φανζίν της «τυφλόμυγας», Μάρτης 2003, με αφιερώματα στους: Vincent Van Gogh, Demetrio Stratos και Nick Cave, όπου αλιεύθηκε και το κείμενο.

Βίντεο: Ο Cave και οι Bad Seeds στην ταινία του Wim Wenders, «Wings of Desire», 1987.



Τα λιοντάρια


Ναι, ο παππούς ήθελε να γίνει θηριοδαμαστής για να σκάσουν όσοι δεν τον πίστευαν, όλοι να σκάσουν. Δεν έβγαζε όμως τσιμουδιά. Την άραζε σ’ ένα μέρος που είχε πάπιες. Τώρα πέθανε, γιατί έπινε πολύ.
Κάποια φορά στη ζωή του πρέπει να το χώνεψε πως δε θα γίνει θηριοδαμαστής. Από τότε άρχισε να βρίσκει πολύ ακριβό το εισιτήριο του τσίρκου. Παντρεύτηκε μια όμορφη κοπέλα και κρατούσε σημειώσεις στο ημερολόγιό του, για τον καιρό, τη θερμοκρασία και την ταχύτητα του ανέμου. Μετά το θάνατό του τα λεφτά του μοιράστηκαν. Τώρα όλοι έχουν από ένα κομματάκι παππού.
Ένα αναγνώστης της Πρωινής ρώτησε πριν από λίγο καιρό τη σύνταξη αν είναι δυνατόν, στα σαράντα τρία του χρόνια και χωρίς προηγούμενες γνώσεις, να μάθει να παίζει αυλό. Κατά σύμπτωση, του απάντησαν, ήξεραν κάποιον που έμαθε στα εξήντα τέσσερα, κατά τα άλλα χρειάζεται επιμονή, υπομονή, μεράκι.
Όταν πέθανε, δεν ήταν πια τίποτα. Ζάρωσε, έχασε την ευγένεια και τα λογικά του, έχασε τη δύναμη να κρατάει το νερό του, την ικανότητα να δένει τα παπούτσια του, κι όταν πέθανε δεν ήταν πια τίποτα. Ήταν νεκρός. Στα γεράματά του, πήγαινε σε πολλές κηδείες, καθόταν στο στασίδι συγκινημένος κι αμέτοχος, στριφογύριζε το καπέλο στο χέρι του.
Ο ύπνος του ήταν ακανόνιστος, κοιμόταν πολύ και παντού, και σε λίγο ξυπνούσε. Τα λιοντάρια είχαν χαθεί απ’ τα όνειρά του, και μαζί τους χάθηκαν και τα όνειρα. Δεν ήξερε πια πως είναι οι όμορφες κοπέλες και άφηνε υπέρογκα φιλοδωρήματα στη σερβιτόρα.
Τώρα τα λεφτά του μοιράστηκαν. Οι απόγονοι πήραν τα λιοντάρια και τα ‘χώσαν προσεκτικά κάτω απ’ τα κρεβάτια τους. Τόσο το καλύτερο, για κείνον και για μας.
Ποτέ δε ρωτούσαν τίποτα τον παππού, δεν είχε γίνει σοφός. Μόνο γέρος έγινε. Κι είναι πολύ σπουδαίο, να γίνεσαι γέρος. Πρέπει να πονάς όταν αναγκάζεσαι ν’ αφήσεις τα λιοντάρια. Τα λιοντάρια έφυγαν αθόρυβα, ο παππούς δεν το πρόσεξε. Τώρα έχει πεθάνει, γιατί έπινε πολύ.


Πέτερ Μπίχσελ / Κατά βάθος η κυρία Μπλουμ ήθελε να γνωρίσει το γαλατά
μτφ: Αθηνά Οικονομίδου / Εκδόσεις, γράμματα
Πίνακας: Briton Rivière

Σίμον Τάννερ


«Έπειτα, δεν νιώθω καμιά απολύτως επιθυμία να κάνω καριέρα. Εκείνο που για τους άλλους είναι το πιο τρανό, εγώ το θεωρώ το πιο ασήμαντο. Για μένα δεν έχει αξία να κάνεις καριέρα. Μου αρέσει να ζω αλλά δεν μου αρέσει καθόλου να κυνηγώ την καριέρα μου, πράγμα που υποτίθεται πως είναι υπέροχο. Πού το βλέπουν το υπέροχο ήθελα να ξέρω: να αποκτήσεις στραβή ράχη νωρίς νωρίς από την ορθοστασία σε χαμηλά γραφειάκια, χέρια ρυτιδιασμένα, πρόσωπο ωχρό, ταλαίπωρα παντελόνια της δουλειάς, τρεμάμενα πόδια, χοντρή κοιλιά, χαλασμένο στομάχι, φαλάκρα στο κρανίο, κατσουφιασμένα, αγριωπά, άτονα, ξέθωρα σβησμένα μάτια, αποστεγνωμένο μέτωπο, και τη βεβαιότητα ότι υπήρξες ολόκληρη τη ζωή σου ένα ευσυνείδητο κορόιδο. Ευχαριστώ, αλλά  δεν θα πάρω! Προτιμώ να μείνω φτωχός αλλά υγιής. Αρνούμαι τις κρατικές κατοικίες για χάρη μιας φτηνής καμαρούλας, ακόμα κι αν βλέπει στο πιο σκοτεινό σοκάκι, προτιμώ να ζω με οικονομικές δυσκολίες παρά να δυσκολεύομαι να αποφασίσω πού θα πάω διακοπές το καλοκαίρι για να φτιασιδώσω την κλονισμένη μου υγεία, θέλω να έχω το σεβασμό ενός μόνο ανθρώπου, του εαυτού μου, του οποίου το σεβασμό βάζω πάνω απ’ όλα, θέλω να είμαι ελεύθερος και να μπορώ, άμα το απαιτούν οι ανάγκες, να πουλήσω για ένα διάστημα την ελευθερία μου ώστε να μπορώ έπειτα να είμαι πάλι ελεύθερος. Αξίζει να παραμείνεις φτωχός για χάρη της ελευθερίας. Έχω να φάω, γιατί έχω το ταλέντο να χορταίνω με λίγα. Διαολίζομαι όταν ακούω κανέναν να μου μιλά για «επάγγελμα ζωής», με όλο το θράσος που κουβαλούν αυτές οι λέξεις. Πάνω απ’ όλα θέλω να παραμείνω άνθρωπος. Με μια λέξη: λατρεύω ότι είναι επικίνδυνο, ανεξιχνίαστο, απροσδιόριστο κι ανεξέλεγκτο!».


Ρόμπερτ Βάλζερ / Τα Αδέλφια Τάννερ
μτφ: Βασίλης Πατέρας / Εκδόσεις Ροές
Ζωγραφιά: Καρλ Βάλζερ (1908-1909)

Φερντυντούρκε


«Ένας μεγάλος ποιητής ο Ιούλιος Σλοβάσκι, μεγάλος ποιητής. Αγαπάμε τον Ιούλιο Σλοβάσκι κι ενθουσιαζόμαστε απ’ την ποίησή του γιατί ήταν ένας μεγάλος ποιητής. Σημειώστε παρακαλώ σχετικά μ’ αυτό το θέμα μια εργασία για το σπίτι: «Γιατί τα ποιήματα του Ιουλίου Σλοβάσκι, αυτού του μεγάλου ποιητή, περιέχουν μιαν αθάνατη ομορφιά που εγείρει τον ενθουσιασμό;»
Σ’ αυτό το σημείο του μαθήματος ένας μαθητής στριφογύρισε νευρικά και στέναξε:
«Μα εγώ δεν ενθουσιάζομαι καθόλου! Δεν έχω ενθουσιαστεί καθόλου! Δεν με ενδιαφέρει! Δεν θέλω να διαβάσω περισσότερες από δυο στροφές κι ακόμη κι αυτές δεν μ’ ενδιαφέρουν, Θεέ μου πως θα μπορούσε άραγε αυτό να μ’ ενθουσιάζει, αφού δεν μ’ ενθουσιάζει;»
Ξανακάθισε με γουρλωμένα μάτια σαν να καταγκρεμιζόταν μέσα σε μιαν άβυσσο. Μπροστά στην αφελή του ομολογία ο καθηγητής παραλίγο να πάει από αποπληξία.
«Όχι τόσο δυνατά, έλεος!» σφύριξε. «Γκάλκιεβιτς θα μου το πληρώσετε. Θέλετε το χαμό μου; Δεν συνειδητοποιείτε τι λέτε;»
«Μα δεν θέλω να καταλάβω! Δεν μπορώ να καταλάβω πως μ’ ενθουσιάζει, αφού αυτό δεν μ’ ενθουσιάζει!»
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: «Πως είναι δυνατόν να μην σας ενθουσιάζει αυτό Γκάλκιεβιτς, αφού σας εξήγησα χίλιες φορές πως αυτό σας ενθουσιάζει;»
ΓΚΑΛΚΙΕΒΙΤΣ: «Όμως εμένα δεν μ’ ενθουσιάζει».
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: «Αυτό αφορά μόνον εσάς Γκάλκιεβιτς. Φαίνεται πως σας λείπει η ευφυία. Οι υπόλοιποι είναι ενθουσιασμένοι».
ΓΚΑΛΚΙΕΒΙΤΣ: «Στο λόγω της τιμής μου, κανείς δεν έχει ενθουσιαστεί. Πως θα ήταν λοιπόν δυνατόν, αφού κανείς δεν διαβάζει αυτά τα πράγματα πέρα από μας στο σχολείο και μάλιστα επειδή μας υποχρεώνουν;»
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: «Όχι τόσο δυνατά, έλεος! Αυτό συμβαίνει γιατί υπάρχουν λίγοι άνθρωποι πραγματικά καλλιεργημένοι κι ανώτεροι…»
ΓΚΑΛΚΙΕΒΙΤΣ: «Όμως ούτε κι οι καλλιεργημένοι άνθρωποι ενθουσιάζονται. Κανένας, ούτε ένας, απολύτως κανένας».
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: «Γκάλκιεβιτς έχω γυναίκα και παιδί! Λυπηθείτε τουλάχιστον το παιδί! Δεν χωρά αμφιβολία, Γκάλκιεβιτς, πως η μεγάλη ποίηση πρέπει να μας ενθουσιάζει, ο Σλοβάσκι λοιπόν ήταν ένας μεγάλος ποιητής. Ίσως δεν σας συγκινεί, αλλά μην μου πείτε πως η ψυχή σας δεν συγκλονίζεται απ’ τον Μίκιεβιτς, τον Μπάυρον, τον Πούσκιν, τον Σέλεϋ, τον Γκαίτε…»
ΓΚΑΛΚΙΕΒΙΤΣ: «Δεν συγκλονίζουν κανέναν. Δεν ενδιαφέρουν κανέναν και φέρνουν ανία σ’ όλους. Κανείς δεν μπορεί να διαβάσει περισσότερο από δυο στροφές. Ω, Θεέ μου! Δεν μπορώ!..»
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: «Γκάλκιεβιτς είναι απαράδεκτο. Η μεγάλη ποίηση όντας μεγάλη και όντας ποίηση, δεν μπορεί να μην σας ενθουσιάζει. Λοιπόν σας ενθουσιάζει».
ΓΚΑΛΚΙΕΒΙΤΣ: «Μα εγώ δεν μπορώ. Και κανείς άλλος δεν μπορεί. Θεέ μου!»
Ο καθηγητής ιδρωκοπούσε. Βγάζοντας απ’ το πορτοφόλι του μια φωτογραφία της γυναίκας του και του παιδιού του, προσπάθησε να συγκινήσει τον Γκάλκιεβιτς, αλλά αυτός περιοριζόταν στο να επαναλαμβάνει: «Δεν μπορώ, δεν μπορώ». Αυτό το μοιραίο «δεν μπορώ» εξαπλωνόταν, φούντωνε, γινόταν μεταδοτικό, ακούστηκαν μερικά «κι εμείς δεν μπορούμε» και βρεθήκαμε μπρος στην απειλή μιας γενικής ανημποριάς. Ο καθηγητής βρισκόταν σ’ ένα τρομερό αδιέξοδο. Κάθε δευτερόλεπτο κινδύνευε να γίνει μια έκρηξη… ανημποριάς, κάθε στιγμή κινδύνευε να ξεσπάσει ένας βρυχηθμός απέχθειας που θα έφτανε στ’ αυτιά του διευθυντή ή του επιθεωρητή, κάθε λεπτό, το οικοδόμημα κινδύνευε να καταρρεύσει θάβοντας μαζί του και το παιδί κάτω απ’ τα ερείπιά του, όμως ο Γκάλκιεβιτς δεν μπορούσε, δεν μπορούσε, συνέχιζε να μην μπορεί.
………………………………………………………
Βίτολντ Γκόμπροβιτς / Φερντυντούρκε
Εκδόσεις Ερατώ, μετάφραση: Τασία Χατζή
Φώτο: Αφίσα του εικαστικού Leszek Zebrowski για πολωνική θεατρική παράσταση βασισμένη στο Φερντυντούρκε.

Το Φερντυντούρκε γυρίστηκε και σε ταινία το 1991 από τον Πολωνό σκηνοθέτη Jerzy Skolimowski. Ο αγγλικός του τίτλος ήταν 30 Door Key.    

Δεν μπορείς να γράψεις μια ερωτική ιστορία

Η Μάρτζυ θα ‘βγαινε μ’ αυτό τον τύπο, αλλά καθώς πήγαινε στο ραντεβού του αυτός ο τύπος συνάντησε έναν άλλο τύπο με πέτσινο σακάκι και ο τύπος με το πέτσινο σακάκι άνοιξε το πέτσινο σακάκι του και έδειξε τα βυζιά του στον άλλο τύπο και ο άλλος τύπος πήγε στη Μάρτζυ και της είπε ότι δε θα ‘μενε στο ραντεβού τους, γιατί ‘κείνος ο τύπος με το πέτσινο σακάκι του ‘χε δείξει τα βυζιά του και θα τον πήδαγε ‘κείνο τον τύπο. Έτσι η Μάρτζυ πήγε να δει τον Καρλ. Ο Καρλ ήταν σπίτι και ‘κείνη κάθισε και είπε στον Καρλ: «Ένας τύπος θα με πήγαινε σ’ ένα καφενείο με τραπέζια έξω και θα πίναμε κρασί και θα κουβεντιάζαμε, αυτό είναι όλο, τίποτ’ άλλο, όμως καθώς ερχόταν αυτός ο τύπος συνάντησε έναν άλλο τύπο με πέτσινο σακάκι και ο τύπος με το πέτσινο σακάκι έδειξε στον άλλο τύπο τα βυζιά του και τώρα αυτός ο τύπος θα πηδήξει τον τύπο με το πέτσινο σακάκι, κι έτσι εγώ χάνω το τραπέζι μου και το κρασί και την κουβέντα».
«Δεν μπορώ να γράψω», είπε ο Καρλ. «Πάει έφυγε».
Ύστερα σηκώθηκε και πήγε στο μπάνιο, έκλεισε την πόρτα και έχεσε. Ο Καρλ έχεζε τέσσερις πέντε φορές τη μέρα. Δεν είχε τίποτ’ άλλο να κάνει. Έκανε πέντε έξι φορές τη μέρα μπάνιο. Δεν είχε τίποτ’ άλλο να κάνει. Για τον ίδιο λόγο μεθούσε.
Η Μάρτζυ άκουσε το καζανάκι. Ο Καρλ βγήκε.
«Δεν μπορεί να γράφει κανείς οχτώ ώρες τη μέρα. Ούτε μπορεί να γράφει κάθε μέρα ή κάθε βδομάδα. Είναι κακό αυτό. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτ’ άλλο παρά να περιμένεις».
Ο Καρλ πήγε στο ψυγείο κι έβγαλε ένα καφάσι Μισελόμπ. Άνοιξε το μπουκάλι.
«Είμαι ο καλύτερος συγγραφέας του κόσμου», είπε. «Ξέρεις τι δύσκολο που είναι αυτό;»
Η Μάρτζυ δεν αποκρίθηκε.
«Νιώθω τον πόνο να σέρνεται πάνω μου. Μου ‘χει γίνει σαν δεύτερο πετσί. Πόσο θα ‘θελα ν’ αλλάξω αυτό το πετσί σαν να ‘μουνα φίδι».
«Γιατί δεν πέφτεις στο χαλί να κάνεις μια δοκιμή;»
«Για πες μου που σε γνώρισα;» τη ρώτησε.
«Στο φασολάδικο του Μπάρνεη».
«Έτσι εξηγείται. Πιες μια μπίρα».
«Βέβαια», είπε η Μάρτζυ, «ξέρω. Χρειάζεσαι μοναξιά. Θέλεις να μείνεις μόνος σου με τον εαυτό σου. Εκτός φυσικά όταν θες γυναίκα, ή όταν χωρίζουμε – τότε είσαι συνέχεια στο τηλέφωνο. Και μου λες ότι μ’ έχεις ανάγκη. Μου λες ότι θα πεθάνεις από το χτεσινοβραδινό μεθύσι. Ότι είσαι αδύναμος».
«Είμαι αδύναμος».
«Και είσαι τόσο βαρετός όταν είσαι κοντά μου, ποτέ δεν τη βρίσκεις. Εσείς οι συγγραφείς είστε τόσο… εκλεπτυσμένοι… που δεν μπορείτε ν’ ανεχτείτε τους ανθρώπους. Η ανθρωπότητα ζέχνει, έτσι;»
«Έτσι».
«Όμως, όποτε χωρίζουμε, αρχίζεις κάτι τρελά τετραήμερα πάρτι. Και ξάφνου γίνεσαι πνευματώδης, αρχίζεις ΝΑ ΜΙΛΑΣ! Γεμίζεις ξάφνου ζωή, και μιλάς και χορεύεις και τραγουδάς. Ανεβαίνεις πάνω στο τραπέζι και χορεύεις, πετάς μπουκάλια έξω από το παράθυρο, απαγγέλεις αποσπάσματα από τον Σέξπηρ. Ζωντανεύεις ξάφνου – όταν λείπω εγώ. Α ναι, τα έχω μάθει όλα!»
«Δεν μ’ αρέσουν τα πάρτι. Και ειδικά οι άνθρωποι στα πάρτι μου είναι πολύ αντιπαθητικοί».
«Σκέψου να σ’ αρέσανε κιόλας, πόσα θα ‘κανες».
«Άκουσέ με Μάρτζυ, δε με καταλαβαίνεις. Δεν μπορώ να γράψω πια. Ξόφλησα. Πήρα κάπου μια λαθεμένη στροφή. Πέθανα κάπου μες στη νύχτα».
«Εσύ δεν πεθαίνεις με τίποτα – εκτός από κανένα μεθύσι».
«Ο Τζέφερς είπε ότι ακόμα και οι πιο δυνατοί άντρες παγιδεύονται».
«Ποιος είναι ο Τζέφερς;»
«Αυτός που έκανε το Μπιγκ Σουρ τουριστική παγίδα».
«Τι θα κάνεις απόψε;»
«Θ’ ακούσω τα τραγούδια του Ραχμάνινοφ».
«Ποιος είναι αυτός;»
«Ένας πεθαμένος Ρώσος».
«Βρε για κοίτα πως κατάντησε. Κάθεσαι κει και δεν κάνεις τίποτα».
«Περιμένω. Υπάρχουν άνθρωποι που περιμένουν δυο χρόνια. Καμιά φορά δεν ξαναγυρίζει ποτέ».
«Κι αν δεν ξαναγυρίσει ποτέ;»
«Τότε θα φορέσω τα παπούτσια μου και θα κατέβω στη Μέιν Στρητ».
«Γιατί δεν πας να βρεις καμιά δουλειά της προκοπής;»
«Δεν υπάρχουν δουλειές της προκοπής. Ένας συγγραφέας, αν δεν καταφέρει να δημιουργήσει, είναι νεκρός».
«Έλα τώρα Καρλ! Υπάρχουν δισεκατομμύρια άνθρωποι σε τούτο τον κόσμο που δεν τα καταφέρνουν να δημιουργήσουν. Θες να μου πεις ότι όλοι αυτοί είναι νεκροί;»
«Ναι».
«Ενώ εσύ είσαι ψυχωμένος, έ; Εσύ είσαι από τους λίγους που ‘ναι ψυχωμένοι;»
«Έτσι φαίνεται».
«Έτσι φαίνεται! Αμάν πια εσύ και η μικρούλα σου η γραφομηχανή! Αμάν πια εσύ και τα μικρούλικά σου τσεκ! Μωρέ η γιαγιά μου βγάζει περισσότερα λεφτά από σε΄να!»
Ο Καρλ άνοιξε ακόμα ένα μπουκάλι μπίρα.
«Μπίρες! Μπίρες! Αμάν πια εσύ και οι κωλομπίρες σου! Ακόμα και στα διηγήματά σου τις βάζεις: «Ο Μάρτυ πήρε την μπίρα του. Καθώς σήκωσε τα μάτια είδε μια νταρντανοξανθιά να μπαίνει μες στο μπαρ και να κάθεται δίπλα του…». Ε, λοιπόν έχεις δίκιο. Είσαι ξοφλημένος. Το υλικό σου είναι περιορισμένο, πολύ περιορισμένο. Δεν μπορείς να γράψεις μια ερωτική ιστορία, δεν μπορείς να γράψεις μια ερωτική ιστορία της προκοπής».
«Έχεις δίκιο Μάρτζυ».
«Όταν ένας άνθρωπος δεν μπορεί να γράψει μια ερωτική ιστορία, τότε είναι άχρηστος».
«Εσύ πόσες έχεις γράψει;»
«Εγώ δεν κάνω το συγγραφέα».
«Φαίνεται όμως πως κάνεις τη μεγάλη λογοτεχνική κριτικό», είπε ο Καρλ.
Η Μάρτζυ δεν άργησε να φύγει μετά απ’ αυτό. Ο Καρλ κάθισε και ήπιε τις υπόλοιπες μπίρες. Ήταν αλήθεια, η συγγραφική του ικανότητα τον είχε εγκαταλείψει. Να και κάτι που θα έκανε ευτυχισμένους τους περιθωριακούς φίλους του. Θ’ ανέβαιναν έτσι ένα σκαλί. Ο θάνατος, περιθωριακός ή μη, τους ευχαριστούσε. Θυμήθηκε τον Έντικοτ, ο Έντικοτ καθόταν κει πέρα κι έλεγε: «Λοιπόν, ο Χέμινγουεη πέθανε, ο Ντος Πάσος πέθανε, ο Πάτσεν πέθανε, ο Πάουντ πέθανε, ο Μπέριμαν πήδησε από τη γέφυρα… τα πράγματα γίνονται όλο και καλύτερα, όλο και καλύτερα».
Χτύπησε το τηλέφωνο. Ο Καρλ το σήκωσε. «Ο κύριος Γκάντλινγκ;»
«Μάλιστα», απάντησε εκείνος.
«Θα θέλατε μήπως να διαβάσετε τα ποιήματά σας στο Κολέγιο Φέρμαουντ;»
«Ε, ναι, ποια μέρα;»
«Στις 30 του επόμενου μήνα».
«Μου φαίνεται ότι είμαι ελεύθερος εκείνη τη μέρα».
«Η συνηθισμένη μας πληρωμή είναι εκατό δολάρια».
«Εγώ παίρνω συνήθως εκατόν πενήντα. Ο Γκίνσμπεργκ παίρνει χίλια».
«Ο Γκίνσμπεργκ μπορεί. Εμείς πάντως μπορούμε να σας δώσουμε εκατό».
«Εντάξει».
«Ωραία κύριε Γκλάντλιγκ. Θα σας στείλουμε τις λεπτομέρειες».
«Και τα έξοδα του ταξιδιού; Είναι πολύ μακριά».
«Καλά, είκοσι πέντε δολάρια ακόμα για τα έξοδα ταξιδιού».
«Καλά».
«Θα θέλατε να μιλήσετε και σε μερικές τάξεις;»
«Όχι».
«Το γεύμα δωρεάν».
«Σύμφωνοι».
«Λοιπό, κύριε Γκάντλινγκ, θα σας περιμένουμε μ’ ανυπομονησία στη σχολή».
«Χαίρεται».
Ο Καρλ βημάτισε πάνω κάτω στο δωμάτιο. Κοίταξε τη γραφομηχανή του. Πέρασε μέσα μια κόλα χαρτί, κι ύστερα κοίταξε ένα κορίτσι με μια πολύ κοντή φούστα που περνούσε έξω από το παράθυρο. Μετά άρχισε να χτυπάει τα πλήκτρα.
«Η Μάρτζυ θα ‘βγαινε μ’ αυτό τον τύπο, αλλά καθώς πήγαινε στο ραντεβού του αυτός ο τύπος συνάντησε έναν άλλο τύπο με πέτσινο σακάκι και ο τύπος με το πέτσινο σακάκι άνοιξε το πέτσινο σακάκι του και έδειξε τα βυζιά του στον άλλο τύπο και ο άλλος τύπος πήγε στη Μάρτζυ και της είπε ότι δε θα ‘μενε στο ραντεβού τους, γιατί ‘κείνος ο τύπος με το πέτσινο σακάκι του ‘χε δείξει τα βυζιά του…»
Ο Καρλ πήρε την μπίρα του. Ένιωθε καλά που ξανάγραφε.
……………………………………………………………..

Μέσα από το βιβλίο: «Τσαρλς Μπουκόφσκι / Ιστορίες μια Θαμμένης Ζωής», μετάφραση Έφη Φρυδά, εκδόσεις Οδυσσέας.
……………………………………………………………..


Ψάχνοντας το αρχείο μου με τα λογοτεχνικά περιοδικά, έπεσα πάνω στο τεύχος 30 (Χειμώνας του 1998) από το «Νέο Επίπεδο» που εξέδιδε και συνεχίζει να εκδίδει ο εικαστικός Γιάννης Στεφανάκις. Εκείνο το τεύχος ήταν αφιερωμένο στην «Μέθη», με κείμενα από τους Γιώργο Κ. Καραβασίλη, Ηλία Λάγιο, Γιώργο Μπλάνα, Λεωνίδα Χρηστάκη και πολλούς άλλους. Το τεύχος είχε συμπέσει και με τον θάνατο του ποιητή Μιχάλη Κατσαρού όπου μάλιστα στην πρώτη σελίδα του περιοδικού δημοσιεύεται και το τελευταίο του ίσως γραπτό κείμενο, αντί του καθιερωμένου προλόγου από τον Στεφανάκι. Υπάρχει ακόμα ένα ανέκδοτο ποίημα του Νίκου Καρούζου, γραμμένο στην «Ράμπα» τον Φλεβάρη εκείνης της χρονιάς, όπου μπορείτε να διαβάσετε στο √  καθώς και το δισέλιδο κόμικ που εικονογραφεί τούτη την ανάρτηση. Το κόμικ είναι σχεδιασμένο από τον Στέλιο Νικολάου (διευθυντής σύνταξης του περιοδικού «Κόμιξ» [1988 – 2013] που εξέδιδε η Νέα Ακτίνα) αλλά δεν αναγράφεται πουθενά ο κειμενογράφος της ιστορίας. Όπου «κειμενογράφος» τελικά - όπως ανακάλυψα μετά από χρόνια – είναι ο Τσαρλς Μπουκόφσκι και μέσα από τούτη την ιστορία με ήρωες την Μάρτζυ και τον Καρλ. Στο συγκεκριμένο τεύχος από την τρίτη περίοδο του «Νέου Επιπέδου» θα επανέρθουμε. Το περιοδικό διανύει την τέταρτη περίοδό του πια, και στο √ μπορείτε να διαβάσετε και να κατεβάσετε δωρεάν τα νέα του τεύχη.